Μάνθος Γιουρτζόγλου: "Πάντα λάτρευα τους «αντιήρωες» και πάντα μου άρεσε να γράφω σαν να βλέπω μπροστά μου την σκηνή που περιγράφω να εκτυλίσσεται σαν ταινία".

Στο νέο του βιβλίο Η σκληρή μελαγχολία του θέρους, ο Μάνθος Γιουρτζόγλου επιστρέφει στην καλοκαιρινή Αθήνα όχι ως σκηνικό ανεμελιάς, αλλά ως τόπο ασφυξίας, σιωπής και υπόγειας έντασης. Με αφετηρία τον Αύγουστο της πόλης και τους «παραμένοντες» που δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά, συνθέτει μια σειρά ιστοριών όπου η μοναξιά, η αορατότητα και το αστικό κενό γίνονται κυρίαρχες εμπειρίες. Με λόγο άμεσο, βιωματικό και συχνά ωμό, ο συγγραφέας μιλά για μια πόλη που λειτουργεί σαν καθρέφτης αλλά και σαν παγίδα και για ήρωες που κινούνται ανάμεσα στη φθορά και την επιμονή να συνεχίσουν να υπάρχουν.

ΕΡ: Ο Αύγουστος παραδοσιακά συνδέεται με διακοπές και ανεμελιά, όμως στο βιβλίο σας μετατρέπεται σε σκηνικό αστικής μελαγχολίας. Τι σας ενδιέφερε σε αυτή την ανατροπή της “καλοκαιρινής υπόσχεσης”;

ΑΠ:Κατ’ αρχήν, έχω την αίσθηση ότι το αστικό τοπίο και ειδικά αυτό της Αθήνας, είναι μελαγχολικό δώδεκα μήνες το χρόνο κι όχι μόνο το καλοκαίρι. Το τσιμέντο και η «ανάπτυξη» μας έχουν σφίξει την θηλιά και μας πνίγουν. Το καλοκαίρι –και ειδικά τον Αύγουστο- αυτή η αίσθηση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Δεν μπόρεσα ποτέ να συμφωνήσω με την άποψη ότι «Ο Αύγουστος στην Αθήνα είναι υπέροχος». Με τα στέκια κλειστά, τους ανθρώπους απόντες, χωρίς παρέα, χωρίς επιλογές, εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι πολύ. Θεωρώ πάντως ότι αυτή η «ανατροπή» στην οποία αναφέρεστε, αφορά κυρίως τους παραθεριστές, όλους αυτούς που τρέχουν στα νησιά, ελπίζοντας να γυρίσουν πίσω με διάφορες ιστορίες για να διηγούνται. Οι παραμένοντες δεν έχουν και πολλά να προσδοκούν, οπότε οτιδήποτε τους συμβεί, είναι μια μικρή έκπληξη, κάτι σαν πετρούλα στο λιμνάζον νερό της καθημερινότητας τους. Με τους «παραθεριστές» όμως, λέω να ασχοληθώ στο επόμενο βιβλίο!!

ΕΡ: Οι ήρωές σας παραμένουν στην πόλη και κινούνται σε έναν σχεδόν άδειο, θερμό χώρο. Πώς επηρεάζει το ίδιο το αστικό τοπίο την ψυχολογία και τις επιλογές τους; 

ΑΠ:Για όσους μένουν πίσω στην πόλη και παρατηρούν από μακριά την αίσθηση της χαράς και της ευδαιμονίας που νοιώθουν οι «παραθεριστές» όταν φεύγουν για τις διακοπές τους, το αίσθημα που νοιώθω ότι τους κατακλύζει είναι ότι κατά κάποιο τρόπο «αδειάζουν» κι εκείνοι. Μαζί τους αδειάζει και η ίδια η πόλη. Είναι σαν να τους κλείνει την πόρτα και να τους αφήνει απέξω. Πολλές φορές τον Αύγουστο, η ησυχία που έχει η πόλη, ιδιαίτερα τις ώρες αιχμής, έχει κάτι απόσκοσμο που σε τρομάζει. Τη νύχτα ειδικά, η αίσθηση της μοναξιάς, ότι είσαι μόνος μέσα σε αυτή την αχανή «φυλακή», σε κάνει να θες να κρυφτείς στο καβούκι σου. Οι ήρωες αυτών των ιστοριών πάντως, ασφυκτιούν, δεν συμφιλιώνονται με τον εγκλεισμό. Κάπως έτσι είμαι κι εγώ όταν μένω καλοκαίρι στην Αθήνα.

ΕΡ: Υπάρχει η αίσθηση ότι οι χαρακτήρες “βρίσκονται και χάνονται σαν σκιές”. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η έννοια της αορατότητας μέσα στις ιστορίες αυτές;

ΑΠ:Πάντα λάτρευα τους «αντιήρωες» και πάντα μου άρεσε να γράφω σαν να βλέπω μπροστά μου την σκηνή που περιγράφω να εκτυλίσσεται σαν ταινία.Ειδικά στο «θέρος», οφείλω να πω ότι η επιρροή μου από τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο είναι καταλυτική. Από την πρώτη φορά που τις είδα, με τάραξαν περίεργα ταινίες σαν τους «Απέναντι» του Πανουσόπουλου, τις «Ησυχες Μέρες του Αυγούστου» του Βούλγαρη, τον «Δεκαπενταύγουστο» του Γιάνναρη, τα «Δυο Φεγγάρια τον Αύγουστο» του Φέρρη, όπου οι «ήρωες» είναι κατά κάποιο τρόπο «αόρατοι», με την έννοια ότι περιφέρονται σε μια άδεια πόλη, ζώντας στον δικό τους μικρόκοσμο, γίνονται ένα με τη σιωπή της. Αυτό το βιβλίο λοιπόν είναι μια σαφή αναφορά σε αυτές τις ταινίες. Πάντως, θεωρώ πως όλοι μας κατά κάποιο τρόπο είμαστε «αόρατοι» μέσα στην πόλη κι όχι μόνο το καλοκαίρι.Η ύπαρξη μας γενικά είναι ασήμαντη και είναι πολύ σπουδαίο και λυτρωτικό να το καταλάβουμε γρήγορα. Καποιοι από τους «ήρωες» μέσα στο βιβλίο, το έχουν πετύχει. Η νομίζουν ότι το πέτυχαν.

ΕΡ: Το βιβλίο συνδυάζει μαύρο χιούμορ, μελαγχολία και στιγμές κρυμμένης αισιοδοξίας. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα σε αυτές τις συναισθηματικές αντιθέσεις χωρίς να χάνεται η συνοχή; 

ΑΠ: Ολόκληρη η διαχείριση της καθημερινότητας μας είναι μια άσκηση ισορροπίας. Προσπαθούμε να βρούμε από που μπορούμε να πιαστούμε για να κρατήσουμε το κεφάλι μας πάνω από το νερό με όλη αυτή την αηδία που ζούμε. Κάπως έτσι επιβιώνουν (όσοι επιβιώνουν τέλος πάντων) οι ήρωες του «θέρους», κάπως έτσι βγάζω άκρη κι εγώ. Νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο, σε αυτό το βιβλίο έγραψα ότι έγραψα όπως ζω. Ισορροπώντας. Μέχρι τώρα (στην πραγματικότητα κι όχι στη λογοτεχνία) καλά τα πάμε.

ΕΡ: Θα λέγατε ότι η πόλη λειτουργεί ως ένας επιπλέον “ήρωας” του βιβλίου; Και αν ναι, τι είδους ρόλο παίζει;

ΑΠ: Η πόλη είναι ο ήρωας. Μας αγκαλιάζει, μας περικλείει και ταυτόχρονα μας πνίγει. Όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν χωράει τη μελαγχολία μας, τα όνειρα μας, τη θέληση μας να τα κάνουμε όλα «ώπα» και τελικά τη διάλυση μας. Στο βιβλίο αυτό, παίζει φυσικά τον ρόλο του παρατηρητή. Αυτού που βλέπει τα πάντα, ακούει τα πάντα, αφουγκράζεται τα πάντα, αλλά μένει αποστασιοποιημένος απέναντι στο τίποτα το οποίο είμαστε.

ΕΡ: Οι χαρακτήρες σας αναζητούν λύτρωση χωρίς να περιμένουν πραγματικά ότι θα τη βρουν. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η σχεδόν παραιτημένη αναζήτηση;

ΑΠ: Σημαίνει απλά ότι ζουν. Με έναν λανθάνων τρόπο ίσως, αλλά ζουν. Ματώνουν. Θυμάμαι πάντα τον στίχο από το παλιό τραγούδι: «ίσως φταίνε τα φεγγάρια και πολλοί με λεν τρελή που όλο ψάχνω στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί». Αυτό κάνουν και οι χαρακτήρες του «Θέρους». Κάποιοι συνειδητά, κάποιοι όχι. Αλλά αυτό κάνουν. Με αυτή την έννοια, δεν έχουν παραιτηθεί. Απλά, αδιαφορούν πλέον για κάθε είδους «φιλοδοξία». Και αυτό όσο μεγαλώνω, εμένα προσωπικά μου αρέσει πολύ να το συναντώ στους ανθρώπους.

ΕΡ: Πώς προσεγγίζετε λογοτεχνικά την ιδέα της μοναξιάς μέσα στο πλήθος ώστε να παραμένει ζωντανή και όχι στερεοτυπική;

ΑΠ: Κατ αρχήν, δεν ξερω αν είμαι «λογοτέχνης», ούτε επιδιώκω να προσεγγίσω έννοιες και ιδέες όταν γράφω. Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου, είναι κατά 11/12 αληθινές, τουλάχιστον στη βάση τους. Μόνο το «Μπερλίν» που κλείνει το βιβλίο, είναι προιόν μυθοπλασίας, κάτι που σημαίνει ότι καταγράφω στο χαρτί πράγματα που έχω ζήσει ή που έχουν ζήσει άλλοι και μου τα έχουν διηγηθεί. Απλά, επειδή η πραγματικότητα πολλές φορές δεν «βοηθά» αυτό που έχω στο μυαλό μου,  για να «δέσω» τις ιστορίες αυτές, τις αλλάζω ως προς το τέλος τους, τις «μεγενθύνω».  Απλά καταγράφω. Δεν θέλω ούτε να φιλοσοφήσω, ούτε να εργαστώ λογοτεχνικά πάνω σε οποιαδήποτε κατάσταση. Αυτά τα κάνουν άλλοι πολύ καλύτερα και πολύ πιο ουσιαστικά από εμένα. Πάντως, η μοναξιά δεν έχει ανάγκη κανέναν «λογοτέχνη». Είναι πανίσχυρη, είναι παντού, είναι κυρίαρχη. Και δυστυχώς, (η ευτυχώς για κάτι τύπους σαν εμένα), μας τροφοδοτεί συνεχώς με αφορμές για διηγήματα…

ΕΡ: Αν κάποιος διαβάσει το βιβλίο σας ένα πραγματικό καλοκαίρι στην πόλη, τι θα θέλατε να παρατηρήσει διαφορετικά γύρω του ή μέσα του;

ΑΠ: Θα ήθελα να διαπιστώσει αυτό που έλεγε ο Πεσσόα: «Η λογοτεχνία υπάρχει, επειδή η ζωή δεν είναι αρκετή». Να δει αν και κατά πόσο μπορεί να πάρει μια άλλη διάσταση οτιδήποτε το φαινομενικά ασήμαντο γίνεται γύρω του. Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ περιφερόμενος στην πόλη. Να δω τις ιστορίες μου να γεννιούνται δίπλα μου, απέναντι μου, μπροστά μου. Και να τις αναπλάσω, να τις κάνω δικές μου. Εν κατακλείδι, δεν θα ήθελα με τίποτα να νομίσει ότι διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, απλά «κοιτάζει τον καθρέφτη του». Να το κάνει, αλλά να ανοίξει και το βλέμμα του αλλού. 


Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λεωνίδας Βουρδονικόλας: "Όταν ο θάνατος γίνει συνομιλητής, η αφήγηση μπορεί να αποκτήσει ακόμη περισσότερη ζωή".

Διαβάσαμε και προτείνουμε: «Γράμμα του πελάγους» του Άγγελου Λαμέρα από την Άνεμος εκδοτική

Είδαμε και προτείνουμε: LULE των Κατερίνα Μπιλιούρη & Βασιλή Τσιάκα στο μικρό Κεραμεικό

Είδαμε και προτείνουμε: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ στο Ρεκτιφιέ

Τίνα Σερβετά: "Η συμβίωση με έναν σκύλο μάς συμπληρώνει, μέσα από αυτή τη σχέση ανακαλύπτουμε πράγματα για τον εαυτό μας".