Τεύκρος Μιχαηλίδης: "Σαν σύγχρονοι Ιανοί, τα πρόσωπα της ιστορίας μετασχηματίζονται από θύτες σε θύματα και αντιστρόφως".
Το καρέ με τις ντάμες του Τεύκρου Μιχαηλίδη είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που υπερβαίνει τα όρια του είδους, μετατρέποντας την έρευνα σε ένα σύνθετο παιχνίδι στρατηγικής, όπου οι ρόλοι θύτη και θύματος διαρκώς μετακινούνται. Μέσα από τέσσερα εγκλήματα και ισάριθμες γυναικείες μορφές, η αφήγηση εξερευνά τη ρευστότητα της δικαιοσύνης, τη «γεωγραφία» της βίας και τα ηθικά διλήμματα της εξουσίας, θέτοντας στον πυρήνα της όχι μόνο το «ποιος φταίει», αλλά το «τι διακυβεύεται».
Στο βιβλίο τα εγκλήματα μοιάζουν να σχηματίζουν ένα «παιχνίδι στρατηγικής», σχεδόν σαν παρτίδα πόκερ. Πόσο συνειδητά χρησιμοποιήσατε αυτή τη δομή για να μιλήσετε για τη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε θύτες και θύματα;
Πράγματι θα μπορούσαμε να δούμε το βιβλίο σαν ένα θέατρο συγκρούσεων πολλών στρατηγικών. Ο κάθε χαρακτήρας, είτε ανήκει στη μία πλευρά, είτε στην άλλη, έχει τη δική του σαφή στρατηγική την οποία υπηρετεί πιστά, μέχρι την μετωπική σύγκρουση. Σ’ αυτό το παιχνίδι στρατηγικών, όπου οι κινήσεις θυμίζουν σκάκι, η Όλγα Πετροπούλου προσπαθεί να χαράξει τη δική της πορεία, να προβλέψει κινήσεις και να αναλύσει καταστάσεις, μέχρι την τελική εξιχνίαση. Θα πετύχει; Αλλά ακόμα και ο όρος «επιτυχία» είναι, σε αυτή την ιστορία, αμφίσημος.
Η λέξη «θύμα» στο μυθιστόρημα
αμφισβητείται. Σας ενδιέφερε να ανατρέψετε την παραδοσιακή ηθική του
αστυνομικού, όπου τα πράγματα είναι πιο καθαρά και διαχωρισμένα;
Σαν σύγχρονοι Ιανοί, τα πρόσωπα της ιστορίας μετασχηματίζονται από θύτες σε θύματα και αντιστρόφως. Σπάνια οι λέξεις «ένοχος» και «αυτουργός» απέχουν νοηματικά τόσο πολύ. Η απλή συνταγή «τα όργανα της τάξεως οφείλουν να υπερασπίζονται με κάθε τρόπο και σε κάθε περίσταση την νομιμότητα» προσκρούει στο αδυσώπητο ερώτημα «ποια νομιμότητα».
Η υπαστυνόμος Όλγα Πετροπούλου
καλείται να διαβάσει τα ίχνη τεσσάρων γυναικών γύρω από τέσσερα εγκλήματα. Πώς
χτίσατε έναν χαρακτήρα που ερευνά όχι μόνο γεγονότα αλλά και κοινωνικές σκιές;
Ανάμεσα στις πολλές επιλογές που της προσέφερε η υψηλή βαθμολογία της στις εξετάσεις, η Όλγα Πετροπούλου διάλεξε να σταδιοδρομήσει ως αστυνομικός. Ένα κράμα μάλλον αντικρουόμενων κινήτρων επηρέασε την απόφασή της. Από τη μια, η αφελής ρομαντική διάθεση ότι ως αστυνομικός θα μπορούσε να υπηρετήσει το δίκαιο και να σταθεί στο πλευρό «της χήρας και του ορφανού», την ωθεί να ερευνά, όπως πολύ σωστά το θέσατε, όχι μόνο γεγονότα αλλά και κοινωνικές σκιές. Από την άλλη, ένας κυνικός ορθολογισμός την έκανε να επιλέξει μια σταδιοδρομία με πληρωμένες σπουδές και σύντομη επαγγελματική αποκατάσταση με πενιχρές, πλην όμως εξασφαλισμένες αποδοχές. Αυτό το δεύτερο κίνητρο την βοηθά να ανέχεται τις συνεχείς τρικλοποδιές των αρρένων συναδέλφων της, που ευλόγως αισθάνονται να απειλούνται από την ευφυία της που υπερβαίνει κατά πολύ τη δική τους.
Τα εγκλήματα που περιγράφετε
είναι σκληρά και σχεδόν συμβολικά: ένα σώμα εγκαταλειμμένο στη φύση, ένα καμένο
αυτοκίνητο, ένα πτώμα στη θάλασσα, ένας βίαιος θάνατος. Υπάρχει πίσω από αυτά
μια κρυφή «γεωγραφία» της βίας στη σύγχρονη Ελλάδα;
Στον χαρακτηρισμό «κρυφή γεωγραφία της βίας» θα πρόσθετα και «δειγματοληπτική, σκαριφηματική απεικόνιση της απονομής δικαιοσύνης στη σύγχρονη Ελλάδα.
Σε πολλά αστυνομικά
μυθιστορήματα ο αναγνώστης αναζητά απλώς τον ένοχο. Στο Καρέ με τις ντάμες
μοιάζει να τίθεται ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να αποδώσει
δικαιοσύνη; Ήταν αυτό μια βασική πρόθεση της γραφής σας;
Όχι μόνο ποιος έχει το δικαίωμα να αποδώσει δικαιοσύνη, αλλά και πώς υφαρπάσσει κάποιος αυτό το δικαίωμα, τί των ωθεί να το πράξει και -σε τελευταία ανάλυση- τι σημαίνει δικαιοσύνη.
Οι τέσσερις γυναίκες που
συνδέονται με τα εγκλήματα λειτουργούν σχεδόν σαν φιγούρες μιας τράπουλας. Πόσο
σας ενδιέφερε να παίξετε με την ιδέα της μοίρας και της τύχης μέσα σε μια
αστυνομική αφήγηση;
Στη μυθοπλασία της παραβατικότητας ο ρόλος του τυχαίου είναι σχεδόν πάντοτε καθοριστικός, παρόλο που οι συγγραφείς προσπαθούν συχνά να τον καμουφλάρουν για να μην μειώσουν το κλέος του εξιχνιαστή τους. Πολλές από τις επιτυχίες του Πουαρώ, του Μαιγκρέ, του Νταλγκλίς, του Μπέκα οφείλονται σε κάποιο τυχαίο περιστατικό. Έτσι και, κατά τύχη, η Όλγα Πετροπούλου βρίσκεται για διακοπές στην Αρεόπολη το βράδυ του πρώτου φόνου, ενώ αργότερα, διασχίζοντας μια γέφυρα του Σηκουάνα βρίσκει την άκρη του νήματος για να λύσει το αίνιγμα. Μου άρεσε η ιδέα να αναμείξω την μοίρα στην ιστορία μου και, ακόμα περισσότερο, η προσπάθεια να το αποκρύψω.
Το βιβλίο σας αγγίζει
ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, όπως η εκμετάλλευση ανηλίκων. Πώς ισορροπείτε
ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ευθύνη απέναντι σε τόσο σκοτεινές
πραγματικότητες;
Σε μια εποχή βομβαρδισμού πληροφοριών, όπου η μια είδηση διαδέχεται και υποσκελίζει την προηγούμενη, ελπίζω ο αναγνώστης μου να αναλογιστεί «αλήθεια αυτό που διαβάζω κάπου το έχω ξαναδεί. Άραγε τι έγινε με αυτή την ιστορία;» Ίσως οι ιστορίες μας να βοηθήσουν τον πολίτη να προβληματιστεί με όσο γίνονται και -ενδεχομένως- να αφυπνιστεί. Έτσι, η μυθοπλασία λειτουργεί ως μόνιμη υπόμνηση, και καμιά φορά ως ενόχληση.
Αν η ιστορία είναι πράγματι
μια παρτίδα όπου οι ρόλοι εναλλάσσονται, τι θα θέλατε να αναρωτηθεί τελικά ο
αναγνώστης: ποιος κέρδισε ή τι χάθηκε μέσα στο παιχνίδι;
Νομίζω ότι μια ερώτηση πουθα ήθελα να κάνει ο αναγνώστης είναι «ποιο ήταν τελικά το διακύβευμα;»
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου