Χρήστος Μαρκογιαννάκης: "Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι καθρέφτης μια κοινωνίας, μιας εποχής, ενός κόσμου".
Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης επιστρέφει με το νέο του μυθιστόρημα «Όλα τα μάτια πάνω μου», ένα αστυνομικό που κινείται πέρα από τα όρια του κλασικού μυστηρίου. Σε μια Αθήνα γεμάτη αντιθέσεις, όπου θύτες και θύματα συχνά μοιάζουν να ανταλλάσσουν ρόλους, ο συγγραφέας φωτίζει ζητήματα ανθρώπινης φύσης, ηθικής και αλήθειας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί , μιλά για το βλέμμα, τις «γκρίζες» πλευρές των χαρακτήρων και τα ερωτήματα που αφήνει σκόπιμα ανοιχτά στον αναγνώστη.
Στο μυθιστόρημα τα θύματα
προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς κοινωνικούς κόσμους. Τι θέλατε να
φωτίσετε μέσα από αυτή την επιλογή και τι λέει για τη σύγχρονη Αθήνα;
Η επιλογή των θυμάτων με διαφορετικές ηλικίες, εθνικότητες, φύλα και ρόλους (ένας ηλικιωμένος άστεγος, μια νεαρή Ελληνογαλλίδα που κάνει stage σε ναυτιλιακή εταιρία, ένας Μπαγλαντεσιανός διανομέας κ.ο.κ.) δεν δείχνει μόνο ένα κομμάτι της σύγχρονης Αθήνας, αλλά κι ένα αξίωμα της αστυνομικής λογοτεχνίας: κανείς δεν είναι ασφαλής. Όπως στα κλασικά μυθιστορήματα η κοινωνική τάξη δεν προφυλάσσει από το έγκλημα, δεν αποτρέπει ούτε τη θυματοποίηση ούτε το πέρασμα στην εγκληματική πράξη.. Κάθε πόλη είναι ένας μικρόκοσμος, ένα ετερόκλητο, συχνά χαώδες σύνολο το οποίο το αστυνομικό μυθιστόρημα εκθέτει και αναλύει.
Η αφαίρεση των ματιών από τα
θύματα είναι μια ιδιαίτερα ισχυρή και συμβολική εικόνα. Πώς γεννήθηκε αυτή η
ιδέα και τι συμβολίζει μέσα στην αφήγηση;
Τα μάτια γενικά είναι στο κέντρο της αφήγησης: το βλέμμα, ο τρόπος με τον
οποίο μας κοιτούν και κοιτάμε, η όραση, η ενόραση, η διόραση. Για κάθε
πρωταγωνιστή συμβολίζουν κάτι διαφορετικό: ο δολοφόνος που τα αφαιρεί απ’ τα
θύματά του τιμωρεί τον κόσμο που δεν τον αντικρίζει πια με θαυμασμό όπως
παλιότερα. Για να διατηρήσει «όλα τα μάτια πάνω του» τα περνάει σε ένα σχοινάκι
και τα φοράει γύρω από τον λαιμό του. Για την προφάιλερ τα μάτια σημαίνουν
απώλεια, έχοντας ξεκινήσει να χάνει την όρασή της. Για τον έτερο πρωταγωνιστή
που πιστεύει πως βλέπει το μέλλον μέσα τους, είναι πηγή άγχους και τραυμάτων. Για
τον Μάρκου είναι εργαλείο αναζήτησης της αλήθειας. Πόση εμπιστοσύνη, ωστόσο,
μπορούμε να έχουμε σε ό,τι βλέπουμε; Για τον αναγνώστη αυτό σημαίνει πρακτικά πως
όσα διαβάζει, ίσως τελικά δεν είναι όπως φαίνονται.
Ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου
κουβαλά μια βαθιά προσωπική απώλεια. Με ποιον τρόπο το προσωπικό τραύμα
επηρεάζει την αντίληψή του για το κακό και την αναζήτηση της αλήθειας;
Η απώλεια (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ενός κοντινού προσώπου που συνόδευε
τον αστυνόμο Μάρκου στις προηγούμενες
περιπέτειες του τον αλλάζει σ’ αυτό το βιβλίο. Πρόκειται για μια σειρά
φυσιολογικών αντιδράσεων (η ψυχολογία είναι πάντα στο κέντρο των μυθιστορημάτων
μου) η οποία τον κάνει πιο ανθρώπινο, τον σπρώχνει να αναζητήσει την ανθρώπινη
επαφή, τη φιλιά στο επαγγελματικό του περιβάλλον, κάτι που δεν έκανε
παλαιότερα. Παράλληλα επιβεβαιώνει πως η αναζήτηση της αλήθειας έρχεται συχνά
με προσωπικό κόστος και το «κακό» δεν υπηρετεί έμφυλα ή κοινωνικά στερεότυπα.
Στο βιβλίο τίθεται το
διαχρονικό ερώτημα: τι καθορίζει τελικά τον άνθρωπο — το DNA, το περιβάλλον ή
οι επιλογές του; Πώς επιχειρείτε να το προσεγγίσετε μέσα από την ιστορία και
τους χαρακτήρες σας;
Είναι πράγματι το μεγάλο και διαχρονικό ερώτημα, στο οποίο δεν παρέχω ξεκάθαρη
(επιστημονική) απάντηση –πώς θα μπορούσα άλλωστε; Μέσα από την εμπειρία των
πρωταγωνιστών ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός διαφορετικών θεωριών σε πρακτικό
επίπεδο: γενετικό υλικό, οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, παροχή ή έλλειψη
ευκαιριών, επιλογές, προδιάθεση ως προς την ψυχική υγεία και την
εγκληματογένεση είναι οι άξονες πάνω στους οποίους κυλά η πλοκή. Κλείνοντας το
βιβλίο λοιπόν, κάθε αναγνώστης βασισμένος σε όσα διάβασε και στις προσωπικές
του εμπειρίες, θα σχηματίσει την δική του άποψη.
Οι χαρακτήρες κινούνται σε
έναν «λαβύρινθο» όπου τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος μοιάζουν να θολώνουν.
Πόσο σας ενδιαφέρει, ως συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, να αμφισβητείτε τις
εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις;
Ως εγκληματολόγος, έχοντας εργαστεί ως δικηγόρος στο ποινικό δίκαιο, και
πλέον συγγραφέας έχω μάθει να μην εμπιστεύομαι τις κατηγοριοποιήσεις, τις
λεγόμενες «ετικέτες». Ειδικά στο μυθιστόρημα αυτό, οι εναλλαγές θύματος/ θύτη,
ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται, μας μιλούν οι ίδιοι, υπονοεί πως τίποτα
δεν είναι άσπρο ή μαύρο, τίποτα δεν είναι απόλυτο. Ο «κακός» μίας ιστορίας
είναι συχνά ο ήρωας μιας άλλης, εξαρτάται από το ποιος την διηγείται. Αυτό που
προσπαθώ επίσης –επιστρέφοντας στην προηγούμενη ερώτησή σας– είναι να αναδείξω το
πώς δημιουργείται ο όποιος «κακός»
στην κοινωνία αλλά και τη λογοτεχνία.
Πέρα από το μυστήριο και την
αγωνία, ποια είναι η βαθύτερη ανθρώπινη ή κοινωνική αγωνία που θα θέλατε να
μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο;
Ο αναγνώστης να κλείσει το βιβλίο καταρχάς με απαντήσεις σε όλα τα
ερωτήματα όσον αφορά στο μυστήριο καθαυτό, χωρίς να έχουν μείνει κενά ή τρύπες
–που εκνευρίζουν και απογοητεύουν κι εμένα, ως αναγνώστη– και στη συνέχεια με
προβληματισμούς ως προς αυτό που επισημάναμε ανωτέρω: τις ετικέτες καλός-
κακός, θύμα- θύτης και τον προβληματισμό μεταξύ προδιάθεσης, επιλογών και ντετερμινισμού. Ελπίζω φυσικά, να του δώσει και
την επιθυμία να ανακαλύψει τις προηγούμενές και επόμενες περιπέτειες του
αστυνόμου Μάρκου.
Στην ιστορία σας τα μάτια
αφαιρούνται από τα θύματα, σαν κάποιος να τους στερεί τη δυνατότητα να «δουν».
Είναι τελικά πιο τρομακτικό το κακό που υπάρχει γύρω μας ή η κοινωνική μας τάση
να μην το κοιτάμε κατάματα;
Ακόμα κι αν κοιτάμε κατάματα δεν σημαίνει πως κατανοούμε αυτό που
βλέπουμε. Η αφαίρεση όπως είπαμε είναι συμβολική λόγω των βιωμάτων και της
παρούσας κατάστασης του δολοφόνου. Ως κομμάτι της έρευνας διάφοροι λόγοι
οφθαλμαφαίρεσης αναλύονται στο κείμενο, όταν η αστυνομία αναζητά τα κίνητρα του
serial killer. Ο αναγνώστης
πιστεύει πως είναι σε πλεονεκτική θέση, πως τα ξέρει ήδη, καθώς του τα έχει
εξηγήσει σε πρώτο πρόσωπο ο δράστης. Μπορούμε όμως να τον εμπιστευθούμε; Μπορούμε τελικά να εμπιστευθούμε και τις
αισθήσεις μας;
Η Αθήνα εμφανίζεται ως ένας
τόπος όπου άνθρωποι από διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες συναντιούνται
μόνο μέσα από τη βία του εγκλήματος. Πιστεύετε ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα
μπορεί να λειτουργήσει και ως καθρέφτης των αόρατων ανθρώπων μιας πόλης;
Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι καθρέφτης μια κοινωνίας, μιας εποχής, ενός κόσμου. Κυρίως όμως –για μένα τουλάχιστον– είναι καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής, ορατών και αοράτων, θυμάτων και θυτών. Οι μέθοδοι της αστυνομίας αλλάζουν, οι κοινωνίες εξελίσσονται, αλλά οι λόγοι για τους οποίους σκοτώνουμε είναι πάντα ίδιοι –από την αρχαιότητα έως σήμερα, πιστεύω και μελλοντικά. Ο καθρέφτης με τον οποίο μας φέρνει αντιμέτωπους το αστυνομικό ως προς το κομμάτι της εγκληματικής ψυχολογίας και των κίνητρων, λοιπόν, παραμένει διαχρονικός και αναλλοίωτος.
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου