Νίκος Βασάλος: "Νομίζω ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις, είναι ακριβώς εκείνο το σημείο όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την αλλαγή".

Στη συλλογή διηγημάτων «Μικροαστικές Νευρώσεις» του Νίκου Βασάλου, το οικείο της καθημερινότητας διαρρηγνύεται διακριτικά από ρωγμές παραλόγου, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο όπου το «φυσιολογικό» μοιάζει διαρκώς ασταθές. Με βλέμμα διεισδυτικό και βαθιά ανθρώπινο, ο συγγραφέας ανιχνεύει τις μικρές εντάσεις, τις αντιφάσεις και τις σιωπηλές αγωνίες της σύγχρονης αστικής ζωής, συνθέτοντας ιστορίες που δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις, αλλά ανοίγουν χώρο για αναγνώριση και εσωτερική μετατόπιση.

Νίκος Βασάλος

Στη συλλογή διηγημάτων Μικροαστικές Νευρώσεις οι ήρωές σας κινούνται ανάμεσα στον ρεαλισμό και το παράλογο. Τι σας ελκύει σε αυτό το όριο ανάμεσα στο καθημερινό και το σουρεαλιστικό;

Δε θα έβαζα τις ιστορίες στο σουρεαλιστικό, παρότι καταλαβαίνω γιατί κάποιος μπορεί να το δει έτσι. Υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν ονειρικές ή παράδοξες, αλλά για μένα είναι μέσα στον ρεαλισμό. Απλώς, είναι ένας ρεαλισμός που δεν ολοκληρώνεται, που δεν κλείνει. Οι ιστορίες σταματάνε σε ένα σημείο, δε «λύνονται».

Και νομίζω εκεί δημιουργείται αυτή η αίσθηση του παράλογου, όχι επειδή συμβαίνει κάτι εξωπραγματικό, αλλά επειδή το ίδιο το πραγματικό δε βγάζει πάντα νόημα.

Μου έχει μείνει πολύ έντονα μια εικόνα: ήμουν σπίτι, ακούω φωνές και κορναρίσματα, βγαίνω και βλέπω δύο οδηγούς να τσακώνονται άγρια, χωρίς καν να έχουν τρακάρει. Φωνάζανε, απειλούσαν, είχε μαζευτεί κόσμος και σχεδόν είχε διαλέξει πλευρές. Και ξαφνικά, ένας τρίτος, άσχετος τελείως, μπαίνει και χτυπάει τον έναν και φεύγει.

Για μένα αυτό είναι το «παράλογο» που με ενδιαφέρει. Όχι κάτι φανταστικό, αλλά αυτή η μετατόπιση που μπορεί να συμβεί μέσα στην καθημερινότητα, εκεί που κάτι ξεφεύγει λίγο και δεν ξέρεις πια τι ακριβώς βλέπεις. Εκεί κινούνται και οι ιστορίες.

Ως ψυχολόγος, έχετε καθημερινή επαφή με την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Πόσο επηρεάζει η επαγγελματική σας εμπειρία τον τρόπο που δημιουργείτε χαρακτήρες και ιστορίες;

Σίγουρα με επηρεάζει, αλλά όχι με έναν συνειδητό τρόπο. Δεν έχω καθίσει να σκεφτώ έναν θεραπευόμενο και να πάρω στοιχεία του για να φτιάξω έναν χαρακτήρα. Αυτό θα με δυσκόλευε κιόλας, πέραν του ότι δε θα ήταν και ηθικό.

Νομίζω ότι δουλεύει πιο υπόγεια. Μέσα από τη δουλειά έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας που δε φαίνονται εύκολα, αντιφάσεις, ευαλωτότητες, μικρές εντάσεις που δε λέγονται πάντα με λόγια. Αυτά κάπως μένουν, αποθηκεύονται και μετά βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα στις ιστορίες, χωρίς να μπορείς να πεις ακριβώς από πού ξεκίνησαν.

Ίσως περισσότερο επηρεάζει τον τρόπο που βλέπω τους χαρακτήρες. Δύσκολα θα τους δω μονοδιάστατα, ως «καλούς» ή «κακούς». Με ενδιαφέρει αυτό το ενδιάμεσο, το λίγο αντιφατικό, που πολλές φορές είναι και το πιο ανθρώπινο.

Οι ιστορίες σας μοιάζουν να λειτουργούν σαν «καθρέφτες» της σύγχρονης αστικής ζωής. Ποιες νευρώσεις της εποχής θεωρείτε πιο χαρακτηριστικές για τον σημερινό άνθρωπο;

Δεν ξέρω αν θα τις έλεγα «νευρώσεις» με την αυστηρή έννοια, αλλά σίγουρα υπάρχουν κάποια μοτίβα που επανέρχονται.

Ένα που βλέπω πολύ είναι η δυσκολία να σταθεί κανείς κάπου χωρίς να αμφιβάλλει συνεχώς. Σαν να υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετό — ούτε οι επιλογές, ούτε οι σχέσεις, ούτε ο ίδιος ο εαυτός. Αυτό φέρνει μια διαρκή ανησυχία, μια ένταση που δεν εκτονώνεται εύκολα.

Ένα άλλο είναι μια περίεργη συνύπαρξη: από τη μία θέλουμε εγγύτητα, από την άλλη δυσκολευόμαστε πολύ να εκτεθούμε. Οπότε καταλήγουμε σε σχέσεις που είναι κάπως «μισές»  ούτε κοντά ούτε μακριά.

Και ίσως κάτι που με απασχολεί περισσότερο είναι αυτή η μικρή μετατόπιση της ευθύνης. Ότι εύκολα μεταφέρεται προς τα έξω στις συνθήκες, στους άλλους, στην εποχή αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και μια πίεση να τα καταφέρουμε μόνοι μας. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί μια ένταση που δε λέγεται πάντα, αλλά υπάρχει.

Δεν ξέρω αν αυτά είναι «νευρώσεις» ή απλώς τρόποι που έχουμε μάθει να υπάρχουμε σήμερα. Αλλά κάπως μέσα σε αυτά κινούνται και οι ιστορίες.

Στο βιβλίο εμφανίζονται μικρές προσωπικές «επαναστάσεις» των ηρώων. Πιστεύετε ότι αυτές οι εσωτερικές συγκρούσεις μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματική αλλαγή ή παραμένουν εγκλωβισμένες στον κύκλο της καθημερινότητας;

Νομίζω ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις, όταν και αν εμφανίζονται, είναι ακριβώς εκείνο το σημείο όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την αλλαγή. Είναι η στιγμή που το παλιό μοτίβο αντιστέκεται σε κάτι καινούργιο που πάει να δημιουργηθεί.

Δεν είναι, όμως, μόνο θέμα απόφασης. Δεν είναι ότι κάποιος απλώς «επιλέγει» να αλλάξει ή να μείνει στο γνωστό, ακόμα κι αν αυτό το γνωστό του προκαλεί δυσφορία. Η αλλαγή δε συμβαίνει σε κενό.

Χρειάζεται ένα πλαίσιο, ένα σύστημα μέσα στο οποίο ο άνθρωπος θα μπορέσει να στηριχθεί. Σχέσεις, συνθήκες, τρόποι που να επιτρέπουν αυτή τη μετατόπιση χωρίς να τον διαλύουν. Αλλιώς, πολύ συχνά, οι συγκρούσεις μένουν να ανακυκλώνονται, όχι επειδή δεν υπάρχει επιθυμία για αλλαγή, αλλά επειδή δεν υπάρχουν οι όροι για να γίνει.

Οπότε, ναι, μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματική αλλαγή, αλλά όχι πάντα. Και σίγουρα όχι μόνο από τη δύναμη της θέλησης.

Το χιούμορ στο έργο σας συνυπάρχει με μια υπόγεια μελαγχολία. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη σατιρική ματιά και στην κατανόηση προς τους χαρακτήρες σας;

Νομίζω ότι η κατανόηση των χαρακτήρων είναι ακριβώς αυτό που φέρνει αυτή τη συνύπαρξη. Αν δεν υπάρχει κατανόηση, το χιούμορ γίνεται εύκολα ειρωνεία ή απόσταση.

Για μένα, το να παίρνουμε τα πράγματα σοβαρά δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε και να τα ελαφρύνουμε. Η σάτιρα δε μειώνει την εμπειρία, αντίθετα πολλές φορές την κάνει πιο ορατή. Σαν να σου επιτρέπει να σταθείς λίγο δίπλα της, χωρίς να σε καταπιεί.

Και ίσως εκεί βρίσκεται και η μελαγχολία. Στο ότι, ακόμα κι όταν γελάς, ξέρεις τι υπάρχει από κάτω. Δεν το ακυρώνεις.

Οπότε δεν το βλέπω σαν ισορροπία ανάμεσα σε δύο αντίθετα, αλλά σαν κάτι που προκύπτει από τον ίδιο τρόπο που κοιτάς τον άνθρωπο. Όσο πιο πολύ τον κατανοείς, τόσο χωράνε και τα δύο.

Υπάρχει κάποιο διήγημα της συλλογής που θεωρείτε ότι συμπυκνώνει καλύτερα το κεντρικό μήνυμα του βιβλίου ή μια προσωπική σας αγωνία;

Δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω ένα συγκεκριμένο διήγημα με αυτή την έννοια. Κάθε ιστορία μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά και να σημαίνει κάτι άλλο για τον καθένα, οπότε θα μου φαινόταν λίγο περιοριστικό να πω ότι υπάρχει ένα «κεντρικό μήνυμα» που συμπυκνώνεται κάπου.

Αν όμως έπρεπε να σταθώ κάπου, ίσως θα πήγαινα στον «Μη τόπο». Είναι από τις πιο σκοτεινές ιστορίες για μένα, αλλά και αυτή που βρίσκεται πιο καθαρά σε ένα σημείο μετάβασης.

Είναι εκείνο το σημείο όπου ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα στο να κάνει μια αλλαγή ή να μείνει στο γνώριμο. Και αυτό το ενδιάμεσο, που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, έχει και μια ένταση αλλά και έναν κίνδυνο, μπορεί να σε μετακινήσει, αλλά μπορεί και να σε κρατήσει εκεί, να κολλήσεις μέσα σε αυτό.

Οπότε ίσως όχι ως «μήνυμα», αλλά ως αγωνία, αυτό το σημείο επιστρέφει αρκετά μέσα στο βιβλίο.

Η συνεργασία με τους εικονογράφους Aroundaroundthesun προσθέτει μια επιπλέον καλλιτεχνική διάσταση. Πώς προέκυψε αυτή η συνέργεια και τι πιστεύετε ότι προσφέρει στον αναγνώστη;

Ο Σταύρος και η Γιώτα είναι φίλοι μου εδώ και πολλά χρόνια, οπότε αυτή η συνεργασία προέκυψε πολύ οργανικά. Η Γιώτα επιμελείται συχνά τα σχέδια και τις αφίσες για τα εργαστήρια στη “Στίξη”, ενώ ο Σταύρος έχει κάνει και σχέδια πάνω μου, στα τατουάζ, οπότε υπάρχει ήδη μια κοινή αισθητική και ένας τρόπος που «συναντιόμαστε».

Όταν τους μίλησα για τις Μικροαστικές Νευρώσεις και τους ζήτησα να συμμετέχουν, δέχτηκαν χωρίς καν να έχουν διαβάσει τα κείμενα. Αυτό από τη μία με συγκίνησε πολύ, γιατί λέει κάτι για τη σχέση μας, αλλά από την άλλη με άγχωσε κιόλας.

Όχι για το αποτέλεσμα της δουλειάς τους,  εκεί δεν είχα καμία αμφιβολία. Το άγχος ήταν αν τα δικά μου κείμενα θα μπορέσουν να τους κινητοποιήσουν, να τους δώσουν κάτι για να πιάσουν και να δημιουργήσουν πάνω σε αυτό.

Νομίζω τελικά αυτό που προσθέτει αυτή η συνεργασία είναι μια δεύτερη ανάγνωση. Ο αναγνώστης δε συναντά μόνο το κείμενο, αλλά και μια εικαστική ματιά που δεν το «εξηγεί», αλλά συνομιλεί μαζί του. Και κάπως ανοίγει λίγο περισσότερο ο χώρος για το πώς μπορεί να σταθεί κανείς μέσα στις ιστορίες.

Αν οι αναγνώστες αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα στις «μικροαστικές νευρώσεις» των ηρώων σας, ποιο θα θέλατε να είναι το συναίσθημα ή η σκέψη με την οποία θα κλείσουν το βιβλίο;

Θα ήθελα να νιώσουν κάτι οικείο. Κάτι σαν «έχω βρεθεί κι εγώ εκεί». Να υπάρχει μια αναγνώριση, χωρίς απαραίτητα να γίνεται άβολη ή βαριά.

Και ίσως, μαζί με αυτό, να υπάρχει και η αίσθηση ότι δεν είναι μόνοι σε αυτό που βιώνουν. Ότι αυτές οι μικρές, καθημερινές εντάσεις και αντιφάσεις δεν είναι κάτι ατομικό, αλλά κάτι που μοιραζόμαστε.

Αν έπρεπε να το περιγράψω ως συναίσθημα, θα έλεγα ένα μείγμα μελαγχολίας και απόλαυσης. Μια ήσυχη μελαγχολία, αλλά ταυτόχρονα και μια αίσθηση ότι μπορείς να σταθείς μέσα σε αυτό, ίσως και να το δεις λίγο αλλιώς.

Δε θα ήθελα να κλείνουν το βιβλίο με μια «απάντηση», αλλά με μια μικρή μετατόπιση, έναν τρόπο να κοιτάξουν λίγο διαφορετικά τον εαυτό τους και τους άλλους.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελένη Καραμπάτσου: "Η καλλιέργεια αρετών στα παιδιά είναι θεμέλιο για να εξελιχθούν σε ισορροπημένους και υπεύθυνους ανθρώπους".

Γκόγκας Ευάγγελος: "Η αμφισβήτηση σε βγάζει από το κουτί της ήδη δομημένης πραγματικότητας και σε βοηθάει να δεις τον κόσμο με τα δικά σου μάτια".

Διαβάσαμε και προτείνουμε: Μπλε σκούρο 05 του Πάνου Μυρμιγγίδη από την Άνεμος Εκδοτική

Είδαμε και προτείνουμε: Σκίτσο 6 | ΑΜΦΙ (Άπειρες Μικρές Φαεινές Ιδέες) στη πειραματική σκηνή του Εθνικού στο θέατρο Δίπυλον

Λεονάρδος Μπατής: Η ζωή είναι ένα μυστήριο. Ένα κωμικοτραγικό μυστήριο. Κλάψτε, γελάστε και μοιραστείτε το όσο μπορείτε με αξιοπρέπεια.

Διαβάσαμε και προτείνουμε: Η δύναμη του σπασμένου φτερού της Ελένης Καραμπάτσου από τις εκδόσεις Διάνοια