Νέλη Μπαριτάκη και Κλαίρη Στεφανίδου σε μια βαθιά εξερεύνηση της σιωπής, του τραύματος και της ανάγκης για σύνδεση.

Στο «Σκοτεινό Σημείο», η συνάντηση της Νέλης Μπαριτάκη και της Κλαίρης Στεφανίδου επί σκηνής μετατρέπεται σε μια βαθιά εξερεύνηση της σιωπής, του τραύματος και της ανάγκης για σύνδεση. Με αφετηρία έναν προθάλαμο νοσοκομείου και δύο ηρωίδες που κουβαλούν είκοσι επτά χρόνια ανείπωτων λέξεων, οι δύο ηθοποιοί μιλούν για μια διαδικασία όπου το συναίσθημα δεν εκφράζεται απλώς, αλλά απογυμνώνεται. Μέσα από πρόβες που άγγιξαν το ψυχολογικό βάθος των χαρακτήρων τους, αναμετρήθηκαν με τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον θυμό και την ευαλωτότητα, αναζητώντας όχι τη σύγκρουση ως έκρηξη, αλλά ως κραυγή αγάπης που δεν ειπώθηκε ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση όπου το “σκοτεινό” δεν αφορά μόνο όσα έχουν πληγώσει τις ηρωίδες, αλλά και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, εκεί όπου η σιωπή γίνεται το πιο ηχηρό σημείο συνάντησης.

Το έργο ξεκινά σε έναν προθάλαμο νοσοκομείου, σε μια στιγμή απόλυτης αναμονής και φόβου. Πώς δουλέψατε ως ηθοποιοί αυτή την ένταση που υπάρχει πριν ακόμη αρχίσει η πραγματική σύγκρουση;

Κλαίρη Στεφανίδου: Μέσα από αυτοσχεδιασμούς και υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη.

Νέλη Μπαριτάκη: Αυτό που δουλέψαμε ήταν να ψάξουμε βαθιά μέσα μας, σε εκείνες τις δικές μας σιωπές που όλοι κρύβουμε. Γιατί, κακά τα ψέματα, όταν μιλάμε για μια μάνα και μια κόρη που δεν έχουν μιλήσει ποτέ ειλικρινά, η αναμονή στο νοσοκομείο δεν είναι απλώς "φόβος για την αρρώστια", είναι ο φόβος ότι μπορεί να τελειώσει ο χρόνος τους πριν προλάβουν να πουν την αλήθεια. Αυτό το συναίσθημα προσπαθήσαμε να πιάσουμε. Το πώς είναι, δηλαδή, να κάθεσαι σε μια καρέκλα και να νιώθεις "δεμένος", ενώ μέσα σου παλεύεις με όλα εκείνα τα "γιατί" και τα "συγγνώμη" που δεν είπες ποτέ. Οπότε, όταν τελικά ξεσπάει η ένταση στη σκηνή, δεν είναι απλώς ένας τσακωμός. Είναι μια ολόκληρη ζωή που την κρατούσαν μέσα τους και επιτέλους βγαίνει στο φως.

Η σχέση της Άννας και της Κλαίρης κουβαλά είκοσι χρόνια σιωπής. Πώς προσεγγίσατε ερμηνευτικά όσα δεν έχουν ειπωθεί αλλά βαραίνουν τη σκηνή;

Κλαίρη Στεφανίδου: Νομίζω ότι το πιο σημαντικό σε αυτή τη σχέση είναι ακριβώς όσα δεν λέγονται. Προσπάθησα να δουλέψω πάνω στο υποκείμενο,στις σιωπές, στα βλέμματα, στις παύσεις που κουβαλάνε όλο αυτό το παρελθόν των είκοσι χρόνων. Συχνά αυτά που δεν εκφράζονται φανερά είναι και τα πιο δυνατά, οπότε η προσέγγιση ήταν να “γεμίσω” εσωτερικά τον χαρακτήρα με όλα αυτά που έχουν μείνει ανείπωτα, ώστε να φαίνονται χωρίς να χρειάζεται να ειπωθούν.Είναι μια λεπτή ισορροπία· να κρατάς την ένταση χωρίς να την εξωτερικεύεις συνεχώς. Και εκεί, νομίζω, γεννιέται και η αλήθεια της σχέσης στο βλέμμα που αποφεύγεται, στη λέξη που δεν ολοκληρώνεται, σε αυτό που αιωρείται ανάμεσά τους.

Νέλη Μπαριτάκη: Αυτές οι δύο γυναίκες ζουν μαζί είκοσι επτα χρόνια αλλά είναι σαν ξένες. Η μάνα έμεινε μόνη της με ένα παιδί στην κοιλιά και εγκλωβίστηκε στην προδοσία και την εγκατάλειψη που βίωσε και η κόρη μεγάλωσε με το παράπονο ότι δεν είχε πατέρα, αλλά κυρίως ότι η μάνα της δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί για εκείνη. Στις πρόβες, λοιπόν, εστιάσαμε πολύ σε αυτό το παιδί που μεγάλωσε περιμένοντας απλώς ένα βλέμμα, μια επιβεβαίωση ότι η μάνα της τη βλέπει στ' αλήθεια. Είναι πολύ δύσκολο να νιώθεις ότι είσαι "δεύτερη" στη ζωή της ίδιας σου της μάνας. Αυτό προσπαθούμε να βγάλουμε, δύο γυναίκες που κατά βάθος έχουν ανάγκη η μία την άλλη, αλλά ο εγωισμός και όλα αυτά τα "γιατί" που έμειναν αναπάντητα, δεν τις αφήνουν να ηρεμήσουν.

Στην παράσταση βλέπουμε δύο ανθρώπους που ουσιαστικά γνωρίζονται ξανά από την αρχή. Ποια στιγμή της παράστασης θεωρείτε ότι γίνεται το πρώτο πραγματικό «άνοιγμα» μεταξύ των δύο χαρακτήρων;

Κλαίρη Στεφανίδου: Τη στιγμή της αναφοράς μου στον πατέρα μου και παππού της κόρης μου.

Νέλη Μπαριτάκη: Το πραγματικό άνοιγμα συμβαίνει όταν η μάνα βγάζει από μέσα της την κακοποίηση που έζησε από τον δικό της πατέρα. Εκεί είναι που η κόρη την ακούει και κάπως "παγώνει". Καταλαβαίνει ότι η μάνα της δεν ήταν αδιάφορη επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά επειδή ήταν ένας άνθρωπος τσακισμένος, που δεν έμαθε ποτέ πώς να παίρνει και να δίνει στοργή. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι σταματούν να τσακώνονται, γιατί είκοσι επτά χρόνια θυμού δεν σβήνουν έτσι. Απλώς, εκείνη τη στιγμή, η κόρη μαλακώνει. Αρχίζει να την πλησιάζει, έστω και μέσα από την ένταση, και βρίσκει επιτέλους το πάτημα να κάνει και η ίδια τη δική της εξομολόγηση. Εκεί είναι που σταματάει ο "πόλεμος" και αρχίζουν να βλέπουν η μία την άλλη γι' αυτό που πραγματικά είναι, δύο γυναίκες που η καθεμία παλεύει με το δικό της τραύμα.

Η δραματουργική επιμέλεια είχε και ψυχολογική προσέγγιση. Πόσο σας βοήθησε αυτό να κατανοήσετε τα τραύματα και τους μηχανισμούς άμυνας των χαρακτήρων σας;

Κλαίρη Στεφανίδου: Σε κάθε ρόλο μελετώ, ψάχνω, φτιάχνω το ψυχογράφημα του χαρακτήρα που υποδύομαι. Πέρα από το κείμενο, τις σκηνοθετικές οδηγίες του Αντώνη Σανιάνου,  είχαμε και τη σημαντική συμβολή στη δραματουργική επιμέλεια του έργου, της κλινικής ψυχολόγου-ψυχοθεραπεύτριας,  κας  Κυριακής Λέντζιου. Όπου μέσα από τις  επιστημονικές της γνώσεις,  μας βοήθησε να προσεγγίσουμε  σε βάθος τους χαρακτήρες του έργου.

Νέλη Μπαριτάκη: Μας βοήθησε πολύ, γιατί καταλάβαμε ότι οι φωνές, η ειρωνεία και όλη αυτή η απόσταση μεταξύ τους δεν είναι ο χαρακτήρας τους, αλλά η άμυνά τους. Συνειδητοποιήσαμε ότι η μάνα δεν είναι αδιάφορη, αλλά ένας άνθρωπος που έμαθε να επιβιώνει κλείνοντας κάθε πόρτα στο συναίσθημα για να μην ξαναπληγωθεί. Και η κόρη, από την άλλη, δεν είναι απλώς αντιδραστική είναι ένα παιδί που φωνάζει επειδή νιώθει ότι χρόνια τώρα δεν τη βλέπει κανείς και φοβάται κι εκείνη να δεθεί για να μην ξαναπληγωθεί και βιωσει την εγκατάλειψη. Αυτή η προσέγγιση μας έκανε να σταματήσουμε να τις κρίνουμε και να αρχίσουμε να τις καταλαβαίνουμε. Όταν βλέπεις το τραύμα του άλλου, παύεις να τον βλέπεις σαν εχθρό. Βλέπεις έναν άνθρωπο που φοβάται, και αυτό μας έδωσε το πάτημα να τις παίξουμε με πραγματική αλήθεια.

Πολλές φορές στη σκηνή η σύγκρουση κρύβει από κάτω μια ανάγκη για αγάπη. Πώς ισορροπείτε ως ηθοποιοί ανάμεσα στον θυμό και την ευαλωτότητα;

Κλαίρη Στεφανίδου: Νομίζω ότι ο θυμός στη σκηνή σπάνια είναι “καθαρός”· σχεδόν πάντα κρύβει από κάτω μια ανάγκη για σύνδεση, για αποδοχή, για αγάπη. Ως ηθοποιοί προσπαθούμε να μην παίζουμε το συναίσθημα επιφανειακά, αλλά να φτάνουμε στην πηγή του. Δηλαδή, αντί να δείξουμε απλώς θυμό, αναζητούμε τι είναι αυτό που πληγώνει τον χαρακτήρα και τον οδηγεί εκεί. Η ισορροπία έρχεται όταν αφήνουμε τον εαυτό μας να είναι ευάλωτος μέσα στη σκηνή γιατίμόνο τότε ο θυμός αποκτά αλήθεια και πολυπλοκότητα, δεν γίνεται μονοδιάστατος. Στην ουσία, παίζουμε πάντα την ανάγκη πίσω από το συναίσθημα.

Νέλη Μπαριτάκη: Είναι σαν να χρησιμοποιείς τον θυμό για να προστατευτείς, ενώ από κάτω τρέμεις από την ανάγκη να σε αγαπήσουν. Αυτή είναι η ισορροπία που ψάξαμε να βρούμε. Δουλέψαμε πολύ στο να μη μένουμε μόνο στην ένταση, αλλά να αφήνουμε να φανεί η ρωγμή. Ο τσακωμός τους δεν είναι μίσος, είναι μια απελπισμένη προσπάθεια για να έρθουν η μια πιο κοντά στην άλλη. Είναι σαν να λένε "σε βρίζω γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να σου πω ότι μου λείπεις". Αν κάποιος δει μόνο τις φωνές, θα τις κρίνει. Αν όμως δει τον φόβο και τη μοναξιά που κρύβουν πίσω από κάθε σκληρή κουβέντα, τότε θα τις καταλάβει και θα νιώσει μαζί τους.

Αν έπρεπε να περιγράψετε το «σκοτεινό σημείο» του χαρακτήρα σας, ποιο είναι αυτό που τον φοβίζει περισσότερο να αντιμετωπίσει;

Κλαίρη Στεφανίδου: Το “σκοτεινό σημείο” τηςμητέρας είναι κάτι που αποφεύγει συστηματικά να κοιτάξει κατάματα, η βαθιά της ανασφάλεια ότι ίσως δεν είναι αρκετή ή ότι δεν αξίζει την αγάπη που ζητά,  τα άσχημα κακοποιητικά παιδικά της χρόνια. Αυτός ο φόβος την οδηγεί σε συμπεριφορές που την απομακρύνουν από την κόρη της κυρίως αλλά και τους άλλους. Ακόμα κι αν στην ουσία αυτό που θέλει είναι το αντίθετο. Νομίζω ότι αυτό που την φοβίζει περισσότερο δεν είναι οι άλλοι, αλλά το να έρθει αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό. το παρελθόν που τη βαραίνει, ο ουσιαστικός χρόνος που έχει χάσει στη σχέση με την κόρη της.  Να αποδεχτεί αυτή την ευαλωτότητα.

Νέλη Μπαριτάκη: Το «σκοτεινό σημείο» της κόρης είναι ο φόβος ότι θα καταλήξει μόνη της, ακριβώς όπως η μητέρα της. Αυτό φαίνεται καθαρά στον τρόπο που φέρεται στους άντρες. Τους αλλάζει συνέχεια γιατί τρέμει να δεθεί πραγματικά, προτιμάει να φεύγει πρώτη, πριν την προλάβουν και την εγκαταλείψουν εκείνοι, όπως έγινε στην οικογένειά της. Αυτό που την τρομάζει περισσότερο είναι να παραδεχτεί ότι, πίσω από τις φωνές και την επίθεση, έχει την ίδια ανάγκη για αγάπη που είχε και η μάνα της. Φοβάται ότι κουβαλάει το ίδιο πρόβλημα μέσα της. Κατά βάθος, νιώθει ότι η μοναξιά της μάνας της είναι και το δικό της μέλλον.

Υπάρχει κάποια σκηνή στην παράσταση που κάθε φορά που την παίζετε σας επηρεάζει διαφορετικά ή σας αποκαλύπτει κάτι καινούργιο για τον ρόλο;

Κλαίρη Στεφανίδου: Ναι, υπάρχει. Όταν η Άννα (μητέρα) αναφέρεται στον ξάδερφο της κόρης της και την συγκρίνει με αυτόν. Η μία γροθιά μετά την άλλη στο στομάχι. Είναι μία  σκηνή που κάθε φορά τη βιώνω αλλιώς, γιατί δεν εξαρτάται μόνο από εμένα, αλλά και από την ενέργεια της συναδέλφου μου και τη στιγμή. Κάποιες φορές αναδεικνύεται περισσότερο ο θυμός, άλλες η ευαλωτότητα ή η ανάγκη του χαρακτήρα για σύνδεση. Και μέσα από αυτές τις μικρές μετατοπίσεις, ανακαλύπτω συνεχώς νέες πλευρές του ρόλου. Είναι σαν να μην “κλείνει” ποτέ πλήρως κάθε φορά ανοίγει λίγο περισσότερο.

Νέλη Μπαριτάκη: Υπάρχουν δύο στιγμές που κάθε φορά με χτυπάνε διαφορετικά. Η πρώτη είναι όταν η κόρη λέει στη μάνα της: "Αφού ήξερες πόσο μαλάκας ήταν ο πατέρας μου, ας έκανες έκτρωση". Είναι μια κουβέντα τρομερά σκληρή, που τη χρησιμοποιεί για να την πληγώσει όσο μπορεί περισσότερο. Εκεί βγαίνει όλος ο θυμός για μια ζωή που νιώθει ότι δεν την επέλεξε.

Αμέσως μετά όμως, έρχεται η παραδοχή: "Θα ήθελα πολύ να περνούσαμε χρόνο μαζί, τον είχα ανάγκη αυτόν τον χρόνο". Εκεί είναι που σταματάει να το παίζει σκληρή και μένει μόνο το παιδί που του έλειψε η μάνα του. Αυτές οι δύο ατάκες μου δείχνουν συνέχεια πόσο μπερδεμένη είναι μέσα της, από τη μία θέλει να την ισοπεδώσει και από την άλλη θέλει απλώς μια αγκαλιά.

Αυτή η αντίφαση είναι που με ζορίζει και με συγκινεί κάθε φορά.

Το έργο μιλά για συγχώρεση, απώλεια και δεύτερες ευκαιρίες. Μετά την ενασχόλησή σας με αυτή την ιστορία, άλλαξε καθόλου ο τρόπος που βλέπετε τις ανθρώπινες σχέσεις;

Κλαίρη Στεφανίδου: Μέσα από τη διαδικασία- πρόβες  διαπίστωσα για άλλη μια φορά,  πόσο περίπλοκες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και πόσο συχνά λειτουργούμε με τον φόβο ή την πληγή. Με έκανε να σκέφτομαι περισσότερο τη σημασία της συγχώρεσης , όχι μόνο προς τους άλλους, αλλά και προς τον εαυτό μας. Και ίσως να μου θύμισε ότι οι δεύτερες ευκαιρίες δεν είναι δεδομένες, αλλά όταν δίνονται, έχουν μεγάλη αξία. Όλοι κουβαλάμε κάτι και  η συγχώρεση μπορεί να αλλάξει πολλά.

Νέλη Μπαριτάκη: Αυτό που μου έδειξε η ιστορία είναι ότι οι άνθρωποι που μας πληγώνουν, συνήθως κουβαλάνε και οι ίδιοι ένα μεγάλο βάρος. Δεν το κάνουν πάντα από κακία, απλώς δεν ξέρουν πώς αλλιώς να διαχειριστούν τη δική τους ζωή.

Πλέον βλέπω τη συγχώρεση πιο ρεαλιστικά. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάς τι έγινε ή ότι όλα γίνονται πάλι τέλεια, αλλά ότι δέχεσαι πως ο άλλος είναι άνθρωπος και κάνει λάθη. Με έκανε να είμαι λιγότερο απόλυτη στις κρίσεις μου και να προσπαθώ να καταλάβω τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά, αντί να μένω μόνο στον θυμό.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελένη Καραμπάτσου: "Η καλλιέργεια αρετών στα παιδιά είναι θεμέλιο για να εξελιχθούν σε ισορροπημένους και υπεύθυνους ανθρώπους".

Γκόγκας Ευάγγελος: "Η αμφισβήτηση σε βγάζει από το κουτί της ήδη δομημένης πραγματικότητας και σε βοηθάει να δεις τον κόσμο με τα δικά σου μάτια".

Είδαμε και προτείνουμε: Σκίτσο 6 | ΑΜΦΙ (Άπειρες Μικρές Φαεινές Ιδέες) στη πειραματική σκηνή του Εθνικού στο θέατρο Δίπυλον

Διαβάσαμε και προτείνουμε: Μπλε σκούρο 05 του Πάνου Μυρμιγγίδη από την Άνεμος Εκδοτική

Είδαμε και προτείνουμε: Επικίνδυνος Οίκτος του Stefan Zweig στο Θέατρο Χώρος

Λεονάρδος Μπατής: Η ζωή είναι ένα μυστήριο. Ένα κωμικοτραγικό μυστήριο. Κλάψτε, γελάστε και μοιραστείτε το όσο μπορείτε με αξιοπρέπεια.