Ο «Ναυτικός»: Οι Αφροδίτη Βραχοπούλου, Δανάη Γοργομύτη, Βίκυ Λέκκα και Άννα Λιανοπούλου μιλούν για τη σιωπή, τη σύγκρουση και την επιλογή
Η παράσταση «Ο Ναυτικός» του Fernando Pessoa, ένα από τα πιο αινιγματικά και ποιητικά του έργα, επιστρέφει στη σκηνή ως μια υπαρξιακή άσκηση πάνω στη ζωή, τον θάνατο και την επινόηση της πραγματικότητας. Στο μεταιχμιακό αυτό «στατικό δράμα», όπου η σιωπή έχει το ίδιο βάρος με τον λόγο και η εσωτερική ένταση υπερβαίνει την εξωτερική δράση, τέσσερις ερμηνεύτριες συνομιλούν με το κείμενο και μεταξύ τους, αναζητώντας τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ποιητικότητα και τη θεατρική πράξη. Μιλούν για τη συνέπεια, τη σύγκρουση, το σώμα, την παύση και την ευθύνη της επιλογής, φωτίζοντας ένα έργο που παραμένει βαθιά σύγχρονο, σαν μια σιωπηλή, αλλά επίμονη, ερώτηση προς τον άνθρωπο του σήμερα.
Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στο όνειρο και στην επινόηση. Πώς διαχειρίζεστε ερμηνευτικά αυτή τη μεταιχμιακή κατάσταση χωρίς να διολισθαίνετε σε αφηρημένη απαγγελία;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Αυτό
αφορά τον τρόπο δουλειάς και αντιμετώπισης κάθε κειμένου. Ναι, ο Ναυτικός
χαρακτηρίζεται για την ποιητικότητα και την περιπλοκότητα του, αλλά όταν έχεις
σαφές το τι θες να πεις παραστασιακά και με ποιον τρόπο, όταν δε θες απλώς να
«σηκώσεις» ένα κείμενο από το χαρτί, αλλά να παρουσιάσεις ένα διάλογο μεταξύ
παράστασης και κειμένου, να παρουσιάσεις τη δική σου θέση πάνω σε αυτό και
κυρίως να φροντίσεις ο θεατής σου από κάτω να εισπράξει πραγματικά αυτό που
βλέπει, δεν γίνεται να διολισθήσεις σε αφηρημένη απαγγελία. Η θέση που
παίρνουμε ως καλλιτέχνες απέναντι σε ένα έργο είναι αυτή που κρατά τις
ερμηνείες ενεργές, συγκεκριμένες, αυτή που μετατρέπει την απλή απαγγελία σε
πράξη.
Δανάη Γοργομύτη: Δεν είναι
δυνατόν να καταφέρεις να ισορροπήσεις ανάμεσα σε δύο συνθήκες και να παραμείνεις
συνεπής. Η συνέπεια είναι αυτή, η οποία καθορίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις,
δεν λειτουργεί διαφορετικά επειδή θέλουμε να κάνουμε τέχνη. Αν θέλεις να παραμείνεις
συνεπής στο κείμενο, συνεπής στο ρόλο, συνεπής στο κοινό και προπάντων συνεπής
στον εαυτό σου, πρέπει να κάνεις καθαρή επιλογή, να βρεις τι είναι αυτό που
καίει μέσα σου και πώς αυτό συνδέεται με τον ρόλο που ερμηνεύεις. Είσαι με τη
ζωή ή είσαι με το θάνατο; Αυτό πιστεύω ότι είναι το βασικό το οποίο πραγματευόμαστε
σε αυτή την παράσταση και χρειάζεται και ως ηθοποιός να πάρεις θέση. Τι
συμβαίνει, όμως, όταν ο ρόλος σου έχει αντίθετη θέση από εσένα; Κατά την άποψη
μου, αυτό είναι το μεγαλύτερο όπλο του ηθοποιού και η μεγαλύτερη πρόκληση.
Γιατί όταν συμφωνείς με το ρόλο σου, συγκλίνεις μαζί του, βρίσκεις κοινά στοιχεία
και υπάρχει ο κίνδυνος να επαναπαυτείς στις ευκολίες σου. Η αντίθεση, η σύγκρουση
και η αντίσταση πυροδοτούν τα ερμηνευτικά σου εργαλεία Συνεπώς, για εμένα τρία
είναι τα κομβικά στοιχεία, ώστε να μην πέσεις στο ατόπημα μιας ανιαρής και
φιλολογικής απαγγελίας. Η γνώση του ήρωα, να έχετε συστηθεί, δηλαδή και να τον
έχεις μάθει πάρα πολύ καλά. Η δική σου προσωπική στόχευση, να είσαι σίγουρος τι
θέλεις να πεις και να μένεις πιστός στην ταυτότητα σου. Τέλος, έχοντας
μελετήσει και κατανοήσει πάρα πολύ καλά αυτά τα δύο μετά χρειάζεται να αφεθείς
σ’ αυτά που θα προκύψουν. Αυτό για εμένα είναι το μεγαλύτερο στοίχημα. Όταν
είσαι καλλιτέχνης και σε αφορά αυτό που κάνεις, αμφισβητείς πάντα τον εαυτό σου.
Αν κατορθώσεις να αφεθείς στη στιγμή και να συνομιλήσεις ειλικρινά επί σκηνής
με τους συνεργάτες σου τίποτα δε θα μπορέσει να θυμίσει μια απλή αφηρημένη
απαγγελία αλλά μια ουσιαστική, έντιμη και ακέραιη σχέση.
Βίκυ Λέκκα: Ο
«Ναυτικός» γράφεται σε μια στιγμή όπου ο κόσμος βρίσκεται λίγο πριν από μια
μεγάλη ιστορική ρήξη. Μιλά για μια εσωτερική αστάθεια, για μια εποχή που κάτι
μετακινείται χωρίς ακόμη να έχει πάρει μορφή. Αυτή η αβεβαιότητα που διαπερνά
το έργο δεν αφορά μόνο την εποχή του Πεσσόα- αφορά κάθε περίοδο όπου οι
άνθρωποι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ο κόσμος τους δεν είναι πια όπως τον γνώριζαν.
Και αυτό είναι που μας αφορά. Δεν αναδεικνύουμε το τέλος αλλά φωτίζουμε τη
διαδικασία της μετακίνησης. Αυτό που αλλάζει μέσα στον άνθρωπο, πριν γίνει
πράξη. Για την παράσταση το σημείο εκκίνησης είναι το σώμα, αν το σώμα δεν
πιστεύει τον λόγο, ο λόγος αδειάζει. Αν το κείμενο γεννιέται από μια εσωτερική
ανάγκη, από κάτι που ζητά να ειπωθεί γιατί αλλιώς δεν αντέχεται- τότε αποκτά
πυκνότητα ο λόγος. Δεν αρθρώνεται απλώς, βιώνεται.
Άννα Λιανοπούλου: Αυτό το
μετέωρο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο δεν το προσεγγίζω σαν ιδέα αλλά σαν
κατάσταση. Προσπαθώ να υπάρχω πάνω στη σκηνή χωρίς να αποφασίζω αν ανήκω στο
παρόν ή στη μνήμη. Σαν να στέκομαι κάπου ενδιάμεσα. Εκεί που δεν χρειάζεται να
εξηγήσεις τίποτα — μόνο να παραμείνεις.
Οι τρεις γυναίκες λειτουργούν ως
ξεχωριστές υπάρξεις ή ως θραύσματα μιας ενιαίας συνείδησης; Πώς χτίσατε τις
μεταξύ σας σχέσεις στη σκηνή;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Στη δική
μας ανάγνωση, οι τρεις γυναίκες, δεν είναι ανεξάρτητες προσωπικότητες,
λειτουργούν ως φωνές, κατευθύνσεις πιέσεις ενός εσωτερικού κόσμου. Οι μεταξύ
μας σχέσεις δεν θα μπορούσαν να χτιστούν με ρεαλιστικούς όρους ψυχολογίας. Είναι
διαφορετικές δυναμικές σκέψεων που όμως έχουν τον ίδιο πυρήνα. Το κορίτσι είναι
το σώμα που δέχεται αυτή τη σύγκρουση. Ζει με το βάρος αυτών των φωνών και
προσπαθεί να σταθεί απέναντί τους. Καλείται να αντέξει, να ισορροπήσει, να
αντισταθεί.
Δανάη Γοργομύτη: Θα μου
επιτρέψετε να μην υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, είναι πολύ νωρίς να αποκαλύψουμε
τη λειτουργία αυτών των τριών ή τεσσάρων γυναικών. Αυτό που θα μπορούσα να πω
είναι το πως αντιμετώπισα εγώ αυτές τις τέσσερις γυναίκες μέχρι να φτάσουμε στο
σημείο της σκηνικής αποτύπωσης. Αισθάνομαι πως δε θα εξυπηρετούσε - εμένα
τουλάχιστον ερμηνευτικά - να τις εντοπίσω ως ξεχωριστές οντότητες. Γι’ αυτό και
στα μάτια μου λειτουργούν ως ένας οργανισμός που αναπνέει, ζει, φοβάται,
ενεργεί, δεν ενεργεί, δρα και αδρανοποιείται για τους ίδιους λόγους σε
διαφορετικές στιγμές. Και οι τέσσερις αυτές γυναίκες, δίνουν το νήμα η μια στην
άλλη, ώστε να πλέξουν τη λύση που θα είναι κοινή για όλες. Συνεπώς, σκηνικά δε
θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο. Η μία γεννά την επόμενη,
όχι ως χαρακτήρα, αλλά ως κατάσταση. Δουλέψαμε πολύ πάνω στον κοινό ρυθμό και
στα σώματα – στην αναπνοή, στις σιωπές, στα βλέμματα, ώστε να υπάρχει η αίσθηση
μιας ενιαίας ροής που άλλοτε συμπυκνώνεται σε ένα σώμα και άλλοτε διαχέεται σε
περισσότερα. Αυτό μας οδήγησε σε μια σκηνική σύνθεση όπου η ατομικότητα δεν
εξαφανίζεται, αλλά διαπερνάται από κάτι συλλογικό.
Βίκυ Λέκκα: Δεν τις
προσεγγίσαμε ως τρείς ρεαλιστικές μορφές αλλά ως σκοτεινές σκέψεις που πήραν
σώμα και μορφή. Σαν τρεις φωνές που προσπαθούν να κρατήσουν ισορροπία σε μια
πραγματικότητα που μεταβάλλεται. Στη σκηνή βρίσκονται σε διαρκή κίνηση.
Διαμορφώνουν σχήματα, αλλάζουν αποστάσεις, πλησιάζουν και απομακρύνονται η μια
από την άλλη. Δημιουργούν μια ζωντανή γεωμετρία σύνδεσης, ένα εσωτερικό ζωντανό
τοπίο με μια ένταση που δεν ξεσπά αλλά επιμένει. Οι μεταξύ μας σχέσεις
χτίστηκαν καθώς αφουγκραζόμασταν η μια την άλλη – όχι μέσα από την ανάλυση,
αλλά μέσα από την ανάσα, το βλέμμα, ακόμη και τη μικρή μετατόπιση του σώματος.
Αυτή η αμοιβαία εγρήγορση είναι που δημιουργεί τη σκηνική σχέση. Να είμαστε
παρούσες σε μια σχέση που δεν επιβάλλεται, αλλά στηρίζεται στη διαρκή
διαθεσιμότητα. Υπάρχει μόνο όσο είμαστε πραγματικά μαζί μέσα στην ίδια στιγμή.
Άννα Λιανοπούλου: Δεν
ένιωσα ποτέ ότι είμαστε τρεις ξεχωριστές γυναίκες με καθαρές γραμμές μεταξύ
μας. Σαν να είμαστε διαφορετικές εκδοχές της ίδιας συνείδησης που περνά από
φόβο, νοσταλγία και ανάγκη επινόησης. Οι σχέσεις μας δεν χτίστηκαν τόσο μέσα
από την ψυχολογία όσο μέσα από την ακρόαση. Από το πώς στεκόμαστε δίπλα η μία
στην άλλη.
Το κείμενο έχει έντονη ποιητικότητα
και υπαρξιακή πυκνότητα. Πώς δουλέψατε τον λόγο ώστε να παραμένει ζωντανός και
σωματικός, και όχι απλώς φιλοσοφικός;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Πράγματι,
ο λόγος του Πεσσόα κρύβει αυτόν τον κίνδυνο, να αποτελέσει φιλοσοφικό σχόλιο
αντί για θεατρική πράξη. Η σκηνοθέτης μας, Δανάη Κατσαμένη, είχε εξαρχής πολύ
σαφή δραματουργική κατεύθυνση. Ήξερε τι ήθελε να φωτίσει μέσα από το έργο και
ποια σύγκρουση θέλει να φέρει στο προσκήνιο. Στις πρόβες λοιπόν αντιμετωπίσαμε
την ποιητικότητα σαν υλικό με δομή, με άξονες έντασης, με κορυφώσεις και
μετατοπίσεις. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η κινησιολογία. Υπάρχει συνεχής
σωματική δράση. Έτσι και αναδεικνύεται η καθαρότητα της δομής. Ο λόγος δεν
είναι αιωρούμενος αλλά μετατρέπεται σε πράξη.
Δανάη Γοργομύτη: Είναι
δύσκολο να σας το περιγράψω, καθώς τα πράγματα δε δουλεύονται μεμονωμένα. Πώς
μπορείς να δουλέψεις το λόγο, αν δε δουλέψεις το περιεχόμενο; Και όταν θα έχεις
κατακτήσεις το περιεχόμενο πώς θα το μεταφέρεις αν δεν εντάξεις το σώμα; Είναι
μια μηχανική που χρειάζεται όλα τα εξαρτήματα να είναι καλά τοποθετημένα, καλά
λαδωμένα και να λειτουργούν παράλληλα και αν κάτι μείνει πίσω, καταρρέει η
αλήθεια του λόγου. Προσωπικά νιώθω ευλογημένη, καθώς η σκηνοθέτις – η Δανάη
Κατσαμένη – δείχνει πολύ μεγάλη φροντίδα στους ηθοποιούς με επιμονή στην
εξέλιξή τους και στην ανάδειξή τους, οπότε όλα αυτά παρέσερναν το ένα το άλλο.
Αυτή η επιμονή στη λεπτομέρεια και στην αναζήτηση της αλήθειας, μάς παρέσυρε
όλους σε μια διαρκή αναζήτηση. Πάντως σίγουρα έγινε, εν τω συνόλω, μια
αδιάκοπη, επίπονη, βασανιστική δουλειά, όμως, έτσι, θέλω να πιστεύω, ο λόγος
έπαψε να είναι φιλοσοφικός σε επίπεδο διατύπωσης και έγινε εμπειρία.
Βίκυ Λέκκα: Ο λόγος
του Πεσσόα έχει ευθραυστότητα. Είναι σαν να κουβαλάει την αίσθηση ενός κόσμου
που δεν είναι πια ασφαλής. Αν τον πλησιάσεις μόνο διανοητικά, απομακρύνεται.
Στις πρόβες προσπάθησα να δω πού ο λόγος συναντά κάτι δικό μου. Μια μνήμη, ένα
φόβο, ένα ανείπωτο κομμάτι μου, μια εικόνα. Όταν το εντόπιζα το άφηνα να πάρει
χώρο, να γίνει σώμα για να μπορέσει να λειτουργήσει οργανικά, χωρίς σκέψη και
προσπάθεια. Το προσωπικό σημείο ήταν η αφετηρία, όχι ο προορισμός.
Άννα Λιανοπούλου: Ο λόγος
δεν δουλεύτηκε σαν κάτι που πρέπει να “καταλάβουμε”. Προσπαθήσαμε να τον
αφήσουμε να μας επηρεάσει σωματικά. Να περάσει από την αναπνοή, από τον ρυθμό
μας. Έτσι δεν μένει στο επίπεδο της σκέψης — γίνεται εμπειρία.
Ο «Ναυτικός» επινοεί μια πατρίδα για
να επιβιώσει από τη μοναξιά. Πώς συνομιλεί αυτή η κατασκευή μιας εσωτερικής
πραγματικότητας με τον σύγχρονο άνθρωπο;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Στον
Ναυτικό η επινόηση της πατρίδας δεν είναι τρόπος σωτηρίας, ή μια ψευδαίσθηση.
Είναι αντίδραση σε μια πραγματικότητα που δεν καλύπτει τον άνθρωπο. Ο Ναυτικός
δεν επιλέγει να φανταστεί, ωθείται να το κάνει γιατί βρίσκεται σε πλήρη ρήξη με
τον κόσμο. Η επινόηση μιας «εσωτερικής πατρίδας» γίνεται καταφύγιο από την
σκληρή πραγματικότητα. Εκεί βρίσκεται και το επίκαιρο, η σύγχρονη συνομιλία. Το
ερώτημα όμως είναι, αυτή η φυγή ανακουφίζει ή αναπαράγει τον εγκλωβισμό; Φυσικά
η φαντασιακή λύση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους όρους της ζωής. Είναι ένα
προσωρινό στήριγμα, αλλά αν δεν ανατραπεί αυτό το σύστημα αιώνων που γεννά τη
μοναξιά, ο άνθρωπος θα παραμείνει κλεισμένος στο νησί του, ακόμα κι αν το έχει
στολίσει με όνειρα. Η «εσωτερική πατρίδα» στο έργο λειτουργεί ως σύμπτωμα. Ο άνθρωπος
καλείται να επιλέξει αν θα συνεχίσει να φτιάχνει φανταστικές πατρίδες και αν θα
παραμείνει στη διαχείριση αυτού του συμπτώματος, ή αν θα διεκδικήσει έναν κόσμο
όπου δε θα τις έχει ανάγκη.
Δανάη Γοργομύτη: Ο
Ναυτικός επινοεί μια πατρίδα για να επιβιώσει από τη μοναξιά; Δεν είμαι
ένθερμος υποστηρικτής αυτής της ερμηνείας. Μήπως ο Ναυτικός είναι το αποτέλεσμα
ενός καταιγιστικού συνειρμού με σαφή στόχο να οδηγήσει στη μοναξιά, στην
απομόνωση και στην παράλυση; Δεν ξέρω! Μην περιμένετε από ‘μένα να σας δώσω
σαφή απάντηση, ακριβώς επειδή αποτέλεσε μέρος μιας βασανιστικής ανάλυσης που
τελικά αποτυπώνεται με υπέροχη σκηνοθετική δεξιοτεχνία, νομίζω πως είναι κρίμα
να το προδώσω. Αυτό που σίγουρα μπορώ να αναφέρω είναι ότι στο επίκεντρο της
ανάλυσης μπήκε το πώς αυτή η αλληγορική οντότητα πρέπει να τοποθετηθεί, ακριβώς
για να αποτυπώσει την εσωτερική πραγματικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.
Βίκυ Λέκκα: Ο
Ναυτικός φτιάχνει έναν τόπο για να μπορέσει να σταθεί. Δεν αντέχει το κενό και
δημιουργεί μια άλλη πατρίδα που του δίνει συνοχή. Είναι μια πράξη επιβίωσης.
Πιστεύω ότι αυτό μας αφορά βαθιά. Ζούμε σε μια εποχή διαρκούς αστάθειας όπου η
ανασφάλεια και η αβεβαιότητα παράγουν την ανάγκη για «εσωτερικές πατρίδες».
Κατασκευάζουμε αφηγήματα για τον εαυτό μας, ταυτίσεις, βεβαιότητες συχνά από
φόβο. Κλείνουμε τον κόσμο σε σχήματα που μπορούμε να αντέξουμε. Το ερώτημα όμως
παραμένει: πότε αυτή η επινόηση μας στηρίζει και πότε μας απομακρύνει από τη
ζωή; Ο Πεσσόα δεν δίνει απάντηση και μένει μέσα στην αμφιβολία. Μέσα σε αυτή τη
σκηνική διαδρομή όμως, αναδύεται η ανάγκη μια μετακίνησης. Όχι ως καταγγελία αλλά
ως ευθύνη απέναντι στον κόσμο που μοιραζόμαστε.
Άννα Λιανοπούλου: Νιώθω ότι
ο ναυτικός δεν είναι ένας μακρινός ήρωας. Είναι κάτι πολύ οικείο. Όλοι έχουμε
φτιάξει κάποια στιγμή μια εσωτερική πατρίδα για να αντέξουμε. Κάτι που δεν
υπάρχει αντικειμενικά, αλλά μας κρατά ζωντανούς.
Η παράσταση χαρακτηρίζεται ως
«στατικό δράμα», ωστόσο η εσωτερική ένταση είναι διαρκής. Ποια εργαλεία,
σωματικά ή φωνητικά, χρησιμοποιείτε για να αποδώσετε αυτή την εσωτερική κίνηση;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Το έργο
χαρακτηρίζεται ως «στατικό δράμα» από τον ίδιο τον Πεσσόα. Πράγμα που αφορά την
απουσία της πλοκής, όχι όμως την απουσία δράσης. Η ένταση βρίσκεται στη
σύγκρουση των δυνάμεων μέσα στην ίδια τη συνείδηση. Άρα τα εργαλεία μας έπρεπε
αυτό να το υπηρετούν όχι απλώς να το εικονοποιούν.
Άρα με αφετηρία τα σώματά
μας, οι τρεις γυναίκες λειτουργούμε ενιαία, σαν ένα σώμα που πάλλεται,
συγχρονίζεται και σπάει. Η κίνηση μας είναι σε διαρκή διάλογο και με το σώμα
του κοριτσιού, κάνει ορατή την πάλη που περιγράφεται στον λόγο.
Ο λόγος τώρα δουλεύτηκε ώστε
να υπηρετήσει τη δραματουργία. Η φωνή δεν στολίζει τον ποιητικό λόγο, αλλά αποκτά
σαφή κατεύθυνση και ένταση, φορτίζοντάς τον με διακύβευμα. Η στατικότητα
μετατρέπεται σε ένα πεδίο μάχης που παραμένει συνεχώς ενεργό.
Δανάη Γοργομύτη: Παρουσιάζουμε
ένα «στατικό δράμα» που τίποτα δεν είναι στατικό και όλα ρέουν. Η ανάσα
συνοδεύει την κίνηση, η κίνηση το λόγο, οι παύσεις αποκτούν βάρος, τα σώματα
ενώνονται και μετατρέπονται σε μια εικαστική τοποθέτηση. Φωνητικά δεν αναζητάμε
την ένταση στην ένταση, αλλά στην αφαίρεση, στο βάθος, στο βάρος του νοήματος.
Η άρθρωση, ο τονισμός, ακόμα και η παύση λειτουργούν σα δραματουργικά εργαλεία.
Τα σώματα γίνονται γλυπτά, η φωνή στοχευμένη και με έναν μαγικό τρόπο σε αυτή την
στασιμότητα τα πάντα ρέουν και τίποτα δε λιμνάζει.
Βίκυ Λέκκα: Θεωρώ
πως ο όρος «στατικό δράμα» έχει κάτι το παράδοξο. Το δράμα από τη φύση του
εμπεριέχει μια αλλαγή κατάστασης, μια μεταβολή η οποία φαίνεται μέσα από
γεγονότα-συγκρούσεις, πράξεις, ανατροπές. Στον «Ναυτικό» όμως η μεταβολή δεν
εκδηλώνεται εξωτερικά. Η κίνηση είναι εσωτερική, σαν ένα ρεύμα κάτω από την
επιφάνεια. Η σύγκρουση δεν συμβαίνει ανάμεσα σε σώματα, αλλά ανάμεσα σε
συνειδήσεις. Η στατικότητα δεν είναι απουσία κίνησης, είναι συμπύκνωση. Είναι η
στιγμή πριν την απόφαση, πριν τη μετακίνηση. Έτσι, παρότι το έργο μοιάζει
ακίνητο, ο θεατής βιώνει τη σκηνική εμπειρία ως μια εν δυνάμει μεταβολή – μια
κατάσταση που αναμένει να πραγματωθεί.
Άννα Λιανοπούλου: Η πρόκληση
για μένα ήταν να μείνω ακίνητη χωρίς να “σβήσω”. Να υπάρχει ζωή μέσα στην
ακινησία. Να μην γίνεται παύση αλλά συγκέντρωση.
Η παρουσία του νεκρού κοριτσιού
λειτουργεί ως αφετηρία της αφήγησης. Πώς επηρεάζει αυτή η σκηνική συνθήκη τη
συγκέντρωση και τον ρυθμό σας επί σκηνής;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Το κορίτσι
δεν αποτελεί απλώς την αφετηρία της αφήγησης, είναι ο λόγος ύπαρξής μας και
υπάρχουμε σταθερά σε σχέση με εκείνη. Είναι μια διαρκής αλληλεπίδραση. Αυτό
είναι που χτίζει και τον ρυθμό Ό,τι λέγεται και ό,τι κινείται έχει άμεσο
αντίκτυπο πάνω της. Η παρουσία της δηλώνει πως τα λόγια μας δεν είναι
αφηρημένα. Είναι αυτά που τη διαμορφώνουν. Η συγκέντρωση λοιπόν είναι μια
αναγκαιότητα που απορρέει από τη σύμβαση του έργου.
Δανάη Γοργομύτη: Αυτό το
κορίτσι είναι η αφετηρία και ο τερματισμός. Δεν αντιμετωπίζεται σαν σκηνική
συνθήκη αλλά σαν ερμηνευτικός στόχος. Όλα γυρίζουν γύρω από αυτό το πλάσμα, αν
δεν υπήρχε, δε θα υπήρχαμε ούτε εμείς.
Βίκυ Λέκκα: Η
παρουσία του νεκρού κοριτσιού δεν είναι μόνο αφετηρία. Λειτουργεί ως πυρήνας
όπου όλη η σκηνική ενέργεια οργανώνεται γύρω του. Είναι μια ήρεμη δύναμη που
επηρεάζει τον ρυθμό, την κατεύθυνση και επιμένει. Ενδεχομένως, αυτό δημιουργεί
μια πορεία, μη επιτρέποντας στα πράγματα να μείνουν όπως είναι αλλά να μετακινηθούν.
Έτσι, δεν υπάρχουν περιθώρια διάσπασης, ο ρυθμός γίνεται πιο προσεκτικός,
σχεδόν τελετουργικός. Είναι σαν να κινούμαστε γύρω από κάτι εύθραυστο όπου η
σκηνική συνθήκη δεν τρέχει. Αναπνέει γύρω από αυτή την παρουσία.
Άννα Λιανοπούλου: Η
παρουσία της γυναίκας φέρνει μια σιωπηλή ευθύνη. Σαν να επιβάλλει έναν άλλο
ρυθμό. Δεν μπορείς να είσαι βιαστικός μπροστά στον θάνατο.
Σε ένα έργο όπου η σιωπή έχει σχεδόν
ίση βαρύτητα με τον λόγο, πώς βιώνετε τις παύσεις; Τι συμβαίνει μέσα σας όταν
«δεν» μιλάτε;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Πιστεύω
πως η παύση έχει συχνά μεγαλύτερη ισχύ από τον ίδιο το λόγο. Είτε η φωνητική
είτε η σωματική παύση. Για τον ηθοποιό δεν είναι ένα κενό χρόνου, είναι βασικό
συστατικό της ερμηνείας. Είναι επιλογή που πρέπει να κάνει και απαιτεί γνώση
των σχέσεων, των λεγομένων και των πεπραγμένων του, γνώση της ιστορίας που
υπηρετεί και υψηλή συγκέντρωση. Είναι ένα καθαρό μήνυμα στους παρτενέρ και στον
θεατή. Έτσι και στον Ναυτικό, οι σιωπές
του σώματος ή του λόγου και των τεσσάρων μας λένε πολλά περισσότερα απ’ όσα
λένε οι λέξεις.
Δανάη Γοργομύτη: Ξέρετε
αυτή είναι μια πολύ σημαντική αναμέτρηση για έναν ηθοποιό. Να είναι παρών στην
παύση. Ίσως να είναι και η μεγαλύτερη φοβία μου – όχι, όχι υπερβάλω! Για μένα η
παύση δεν είναι κενό αέρος, αλλά η στιγμή που η σκέψη απεικονίζεται καθαρά.
Είναι όλα στο χέρι του ηθοποιού, γιατί αν το δει ο ηθοποιός θα το δει και το κοινό
και αν το ονειρευτεί ο ηθοποιός θα το ονειρευτεί και το κοινό. Ένα άδειο βλέμμα
γράφει πολύ πιο δυνατά από έναν εκπληκτικό μονόλογο, φανταστείτε, λοιπόν, τι
μπορεί να κάνει ένα γεμάτο βλέμμα μέσα στην παύση.
Βίκυ Λέκκα: Οι
παύσεις, για μένα, δεν είναι διακοπές λόγου. Είναι τόποι. Ένας εσωτερικός χώρος
όπου δεν στέκομαι αλλά βρίσκομαι σε αέναη κίνηση – μια κίνηση της σκέψης, της
πρόθεσης, της συνείδησης. Αφήνοντας τη σιωπή να με διαμορφώσει, να επιδράσει
πάνω μου χωρίς να τη βιάζομαι – η αναπνοή βαθαίνει, η σκέψη μαλακώνει και κάτι
ωριμάζει αθόρυβα. Έτσι, η παύση αποκτά υπόσταση έχοντας βάρος και διάρκεια.
Συχνά είναι πιο εκτεθειμένη στιγμή από τον λόγο ίσως γιατί εκεί δοκιμάζεται η
αλήθεια της παρουσίας.
Άννα Λιανοπούλου: Οι
στιγμές που δεν μιλώ είναι οι πιο έντονες για μένα. Εκεί συμβαίνει κάτι πολύ
εσωτερικό. Σαν να κρατάς μια σκέψη χωρίς να την αφήνεις να ειπωθεί.
Αν ο «Ναυτικός» είναι μια αλληγορία
για την παραίτηση ή για την επινόηση μιας ανεκτής πραγματικότητας, ποια θέση
παίρνετε ως ερμηνεύτριες; Βλέπετε στο έργο μια προειδοποίηση ή μια μορφή
παρηγοριάς;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Νομίζω πως
έχω ήδη απαντήσει σε αυτό πιο πάνω, αλλά ας επαναληφθώ. Η προσέγγιση μας πάνω
στο έργο δεν έχει να κάνει με την έννοια της παρηγοριάς ή της συμβουλής.
Φανερώνει πως ο άνθρωπος επιλέγει να απομονωθεί όταν οι συνθήκες τον
συνθλίβουν. Ναι μεν στο έργο φανερώνεται η δύναμη της ανθρώπινης φαντασίας και
η φανταστική πατρίδα του Ναυτικού την ανάγκη του για επιβίωση, αλλά κυρίως φανερώνεται
πως η στροφή προς τα μέσα, προς την ατομικότητα, αυτή η απομόνωση δεν αλλάζει την
πραγματικότητα, τον κόσμο αυτό που γεννά τα δεινά. Το έργο δεν δίνει λύσεις,
φανερώνει αυτή την αδιάκοπη αντιπαράθεση ανάμεσα στην επινόηση και την πράξη,
ανάμεσα στην υποχώρηση και στην ευθύνη να ζήσεις μέσα στον πραγματικό κόσμο.
Δανάη Γοργομύτη: Αν
υποθέσουμε ότι ο «Ναυτικός» είναι μια αλληγορία για την παραίτηση, τότε σίγουρα
θα έχει θυμώσει πάρα πολύ που έπεσε στα χέρια μας - γιατί εμείς με οδηγό αυτό
το κείμενο, εξυμνούμε τη ζωή! Δεν προσεγγίσαμε το έργο ως έναν ύμνο στην
απόσυρση, αλλά ως μια βαθιά δοκιμασία συνείδησης. Κάθε ερμηνευτική επιλογή που
κάναμε υπηρετεί αυτόν ακριβώς τον στόχο: όχι να επιβεβαιώσουμε την ακινησία,
αλλά να φωτίσουμε τη στιγμή της απόφασης. Δεν είμαστε εδώ για να
προειδοποιήσουμε για τη ζωή που ήδη γνωρίζουμε — ούτε για να προσφέρουμε
παρηγοριά. Ο κόσμος δεν χρειάζεται εμάς για να παρηγορηθεί. Χρειάζεται, ίσως,
έναν καθρέφτη. Κι εμείς είμαστε εδώ για να επικοινωνήσουμε αυτό που πιστεύουμε
βαθιά: ότι ακόμη και μέσα στην άρνηση, ακόμη και μέσα στην επινόηση μιας
«ανεκτής» πραγματικότητας, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα της επιλογής. Και η
επιλογή είναι πράξη ζωής.
Βίκυ Λέκκα: Θεωρώ,
πως ο Πεσσόα δεν δίνει απαντήσεις, αφήνει τα πράγματα ανοιχτά. Η παράσταση όμως
δεν μένει εκεί. Δεν αρνείται το σκοτάδι, δεν το εξωραΐζει και ούτε αρνείται την
αίσθηση ενός κόσμου που διαλύεται. Αναζητά όμως την πιθανότητα μιας στάσης
διαφορετικής. Ίσως η πιο ουσιαστική πράξη να είναι αυτή: να μη μείνεις για
πάντα στη σκέψη που σε φοβίζει. Όμως πότε αποφασίζεις ότι κάτι πρέπει να
σπάσει; Πότε διακινδυνεύεις μια μετατόπιση που δεν ξέρεις που μπορεί να σε
οδηγήσει; Μπορείς να αντέξεις τη ρήξη έστω και μέσα σου;
Άννα Λιανοπούλου: Δεν νιώθω
ότι το έργο παίρνει από μόνο του μια ξεκάθαρη θέση. Δεν παρηγορεί ούτε
καταδικάζει. Μου μοιάζει περισσότερο με μια ήσυχη παραδοχή: ότι κάποιες φορές,
για να συνεχίσουμε, χρειάζεται να φτιάξουμε έναν κόσμο μέσα μας. Η σκηνοθετική
ματιά όμως μετατοπίζει αυτή την παραδοχή. Δεν μένουμε στην αποδοχή της φυγής ή
της εσωτερικής κατασκευής ως μοναδικής λύσης. Αντίθετα, ανοίγεται μια χαραμάδα
— μια τόλμη προς τη ζωή. Σαν να μας υπενθυμίζεται ότι, ακόμα κι αν γεννάμε
καταφύγια μέσα μας, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να στραφούμε ξανά προς τον
κόσμο.
Βλάρα Αλεξία





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου