Αναστασία Γκολέμα: "Η ψυχή μου είναι βαθιά επηρεασμένη από τη διπλή μου ταυτότητα, αυτήν της ψυχοδραματίστριας και της καλλιτέχνιδας".
Πώς επηρεάζει η μνήμη τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη ζωή μας; Πόσο μας καθορίζουν οι φόβοι, οι κοινωνικές προσδοκίες και όσα δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε; Η Αναστασία Γκολέμα, με αφορμή την παράσταση «ΖΩ ή» στο Θέατρο Αλκμήνη, μιλά για τη φιλοσοφία πίσω από το έργο, τη συνάντηση του θεάτρου με το ψυχόδραμα και την ανάγκη να αναρωτηθούμε αν ζούμε πραγματικά ή απλώς επιβιώνουμε.
Από πού γεννήθηκε η ανάγκη να δημιουργήσετε το «ΖΩ ή» και να
μιλήσετε για το πώς επιλέγουμε να ζήσουμε τη ζωή μας;
Αυτή είναι μια πολύ παλιά ερώτηση, που ουσιαστικά διατρέχει ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας: τι σημαίνει να ζεις πραγματικά; Από τον Σωκράτη και το «πώς πρέπει να ζούμε;», τον Αριστοτέλη και το «εὖ ζῆν», μέχρι τον Επίκουρο, τους Στωικούς και αργότερα τον Κίρκεγκωρ, τον Νίτσε, τον Χάιντεγκερ, τον Σαρτρ και τον Καμύ, ο άνθρωπος αναρωτιέται τι κάνει με τη ζωή που του έχει δοθεί.
Έτσι κι εγώ από τότε που ήμουν παιδί δεν καταλάβαινα τον κόσμο και
πολλές φορές, ένιωθα ότι ούτε κι ο κόσμος με καταλάβαινε. Ήμουν χαμένη στις
εικόνες των άλλων, στη σημαντότητά τους, στην επιβεβλημένη επιβίωση. Το μόνο
που είχα πραγματικά δικό μου ήταν όλα τα «γιατί;». Κάποτε ενοχοποίησα κι εγώ
την «ενοχλητική» αυτή λεξούλα και σχετίστηκα μαζί της με απάθεια. Όμως αυτή
παρέμενε ζωντανή μέσα μου ως μια φλόγα απορίας για τον κόσμο που με περιέβαλε.
Κι αντί να αρχίσω να απαντάω, όπως έκαναν οι μεγάλοι, συνέχισα να ρωτάω. Δεν
μου είχε πει κανείς ότι αυτό λεγόταν φιλοσοφία.
Ταξιδεύοντας στη ζωή και στη γνώση, όταν άρχισα να αποκτώ λέξεις
για τα πράγματα, αξίωσα αυτή τη «σκιά». Παιδεύτηκα να νομιμοποιήσω τα ερωτήματά
μου και ευθαρσώς να συνομιλώ μαζί τους. Έμαθα να απαιτώ και να δημιουργώ έναν
χώρο για να υπάρχουν οι ερωτήσεις μέσα σε μια καθημερινότητα που εναγωνίως
εναγκαλίζεται με τις απαντήσεις: πώς πρέπει να ζούμε, τι είναι επιτυχία, τι
είναι ευτυχία, ποια είναι η σωστή σχέση, η σωστή ζωή, η σωστή επιλογή. Αυτός
ήταν ο δρόμος μου προς την ελευθερία.
Και αυτό είναι, κατά έναν τρόπο, που κάνουμε και στις
ψυχοδραματικές ομάδες. Φιλοσοφούμε βιωματικά. Δεν στεκόμαστε απέναντι σε ένα
ερώτημα μόνο με τη σκέψη μας· το βάζουμε μέσα στη σκηνή, στο σώμα, στη σχέση,
στον ρόλο. Το ζούμε. Γιατί δεν είναι απλό να αντέξει ένας άνθρωπος να σταθεί
πραγματικά μπροστά σε ένα ερώτημα, χωρίς να σπεύσει να το κλείσει με μια εύκολη
απάντηση. Χρειάζεται να αντέξει για λίγο το «δεν ξέρω». Κι όμως, ίσως ακριβώς
εκεί να αρχίζει η αλλαγή. Στη στιγμή που μπορούμε να σταθούμε μπροστά σε αυτό
που δεν γνωρίζουμε ακόμη και να το κοιτάξουμε.
Τι είναι ζωή; Ένα μικρό ερώτημα που σπάει με δύναμη παγιωμένες
βεβαιότητες. «ΖΩ ή…;» Θυμίζει λίγο το σαιξπηρικό «to be or not to be?», αλλά και
το σεφερικό «Τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;».
Για μένα η φιλοσοφία δεν είναι μόνο στα βιβλία. Είναι ο τρόπος που
στεκόμαστε απέναντι στις ερωτήσεις μας. Έτσι, πριν από κάθε μου έργο,
μεγεθύνεται ένα ερώτημα: τι είναι αγάπη, τι είναι μοναξιά, τι είναι ζωή κ.λπ.
Δεν με ενδιαφέρει να πω στον θεατή πώς πρέπει να ζήσει. Δεν ξέρω πώς «πρέπει»
να ζούμε. Με ενδιαφέρει να τον κάνω να κοιτάξει τη δική του ζωή και να
αναρωτηθεί: αν η ζωή μου ήταν μια παράσταση και εγώ την έβλεπα από κάτω, θα
ήθελα να συνεχίσει έτσι; Ή μπορώ, ως δημιουργός της, να κάνω κάτι για να τη
μεταμορφώσω;»
Στο έργο η μνήμη έχει πολύ σημαντικό ρόλο. Πόσο καθορίζει τελικά η
μνήμη τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη ζωή μας;
Η μνήμη δεν ανακαλεί αυτό που ακριβώς συνέβη. Είναι μια διαρκής,
ασυνείδητη σκηνοθεσία της εμπειρίας μας. Η νευροεπιστήμη και η γνωστική
ψυχολογία μάς δείχνουν ότι η μνήμη είναι σε μεγάλο βαθμό ανακατασκευαστική
δηλαδή κάθε φορά που θυμόμαστε, δεν αναπαράγουμε απλώς ένα γεγονός, αλλά το
ανασυνθέτουμε μέσα από τα συναισθήματα, τις πεποιθήσεις, τις προσδοκίες και την
εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ο Daniel Schacter ψυχολόγος και καθηγητής στο Χάρβαρντ, στο βιβλίο του The Seven
Sins of Memory (2001), έχει μελετήσει ακριβώς αυτή την ανακατασκευαστική
λειτουργία της μνήμης.
Έτσι, πολλές φορές δεν ζούμε αποκλειστικά αυτό που συμβαίνει τώρα·
ζούμε και αυτό που το παρελθόν μάς έχει μάθει να περιμένουμε ότι θα συμβεί.
Μπορεί να συναντάμε έναν καινούργιο άνθρωπο, αλλά να τον κοιτάζουμε μέσα από
την ανάμνηση κάποιου που μας πλήγωσε. Μπορεί να βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα
δυνατότητα, αλλά να βλέπουμε ήδη την αποτυχία που κάποτε φοβηθήκαμε. Το
ασυνείδητο παρελθόν εισέρχεται στο παρόν και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε
επηρεάζει τις επιλογές μας. Δεν θυμόμαστε απλώς τη ζωή μας· μέσα από τη μνήμη,
της δίνουμε νόημα, και αυτό το νόημα μπορεί να γίνει είτε ο δρόμος προς την
ελευθερία μας είτε το πλαίσιο μέσα στο οποίο επαναλαμβάνουμε τα ίδια μοτίβα.
Γι’ αυτό, στο «ΖΩ ή», η μνήμη δεν είναι απλώς μια επιστροφή σε όσα
συνέβησαν. Είναι ο χώρος όπου συναντιούνται όσα ζήσαμε, όσα πιστέψαμε για τον
εαυτό μας και όσα εξακολουθούμε να περιμένουμε από τη ζωή. Και ίσως η
πραγματική ελευθερία να αρχίζει όταν μπορούμε να κοιτάξουμε ξανά την ιστορία
μας, όχι για να αρνηθούμε όσα συνέβησαν, αλλά για να αναρωτηθούμε αν είμαστε
καταδικασμένοι να τα επαναλαμβάνουμε. Αν μπορούμε να θυμηθούμε διαφορετικά, να
δώσουμε ένα νέο νόημα και να δημιουργήσουμε μια διαφορετική σχέση με το παρόν,
τότε ίσως να μπορούμε και να ζήσουμε διαφορετικά.
Το έργο κινείται ανάμεσα σε όσα ζήσαμε, σε όσα ονειρευτήκαμε και
σε όσα δεν τολμήσαμε. Ποιο από αυτά μας επηρεάζει περισσότερο;
Νομίζω ότι αυτό που μας επηρεάζει περισσότερο δεν είναι
αποκλειστικά όσα ζήσαμε, όσα ονειρευτήκαμε ή όσα δεν τολμήσαμε, αλλά η απόσταση
ανάμεσα σε αυτά τα τρία. Γεννιόμαστε με μια τεράστια δυνατότητα να φανταστούμε
τη ζωή μας, να ονειρευτούμε, να δημιουργήσουμε, να αγαπήσουμε. Κι όμως, πολύ
νωρίς, η οικογένεια, το σχολείο και η κοινωνία αρχίζουν να μας μαθαίνουν τι
επιτρέπεται να θέλουμε, μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε και ποιοι οφείλουμε να
γίνουμε. Σιγά σιγά, το «θέλω» υποχωρεί μπροστά στο «πρέπει». Μαθαίνουμε να
προσαρμοζόμαστε, να περιορίζουμε τις επιθυμίες μας, να φοβόμαστε την αποτυχία
και την απόρριψη.
Η θεωρία του αυτοπροσδιορισμού αναδεικνύει τη σημασία της
αυτονομίας για την εσωτερική μας παρακίνηση και την ψυχική μας ευημερία (Deci
& Ryan, 2000). Όταν οι επιλογές μας καθορίζονται κυρίως από εξωτερικές
απαιτήσεις και όχι από προσωπικές αξίες και ουσιαστικές επιθυμίες, κινδυνεύουμε
να απομακρυνθούμε από αυτό που πραγματικά μας κινητοποιεί. Έτσι, πολλές φορές
δεν γινόμαστε αυτό που ονειρευτήκαμε, όχι επειδή δεν είχαμε τη δυνατότητα, αλλά
επειδή μάθαμε να αμφισβητούμε το δικαίωμά μας να το επιθυμούμε. Και ίσως τα πιο
επώδυνα να μην είναι τελικά τα λάθη που κάναμε, αλλά οι ζωές που δεν τολμήσαμε
να δοκιμάσουμε.
Για μένα, όμως, το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια
εξιδανικευμένη εκδοχή του εαυτού μας ούτε να κυνηγάμε αδιάκοπα ένα μέλλον που
υπόσχεται ότι τότε θα είμαστε επιτέλους ευτυχισμένοι. Είναι να μπορέσουμε να
κατοικήσουμε πραγματικά το παρόν. Να αναγνωρίσουμε πότε οι εμπειρίες του
παρελθόντος, οι φόβοι, οι άμυνες και οι τραυματικές μας μνήμες εξακολουθούν να
καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όσα συμβαίνουν σήμερα, αλλά
και πότε οι προσδοκίες μας για το αύριο μας εμποδίζουν να συμμετέχουμε στη ζωή
που ήδη υπάρχει. Η έρευνα γύρω από την ενσυνειδητότητα και τη σχέση της με την
ψυχική υγεία αναδεικνύει τη σημασία της προσοχής στην παρούσα εμπειρία, χωρίς
να παρασυρόμαστε αυτόματα από τις σκέψεις και τις συναισθηματικές μας
αντιδράσεις (Creswell, 2017· Boyd et al., 2018). Όταν, λοιπόν, είμαστε
πραγματικά παρόντες σε αυτό που αγαπάμε, όταν αφιερωνόμαστε σε κάτι που μας
υπερβαίνει χωρίς να μας ακυρώνει, σε έναν δημιουργικό ή ανθρώπινο σκοπό που
δίνει νόημα στην ύπαρξή μας, τότε μπορούμε να περάσουμε από τη διαρκή σκέψη στη
δημιουργική πράξη.
Θα έλεγα, ποιητικά, ότι εκεί παίρνουμε στα χέρια μας ένα κομμάτι
από τη δύναμη του δημιουργού: δεν ελέγχουμε τα πάντα, αλλά συμμετέχουμε ενεργά
στη διαμόρφωση της ζωής μας. Τότε τολμάμε νέες κινήσεις, κάνουμε χώρο για το
απρόβλεπτο, αναλαμβάνουμε το ρίσκο να αποτύχουμε και προσφέρουμε κάτι δικό μας
στον κόσμο. Γιατί, τελικά, δεν αρκεί να ονειρευόμαστε μια άλλη ζωή. Χρειάζεται
να αρχίσουμε να τη δημιουργούμε μέσα στη ζωή που έχουμε. Και ίσως το πιο
ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι πόσα από τα όνειρά μας πραγματοποιήσαμε, αλλά
πόσο παρόντες υπήρξαμε όταν η ζωή μάς έδωσε την ευκαιρία να τα τολμήσουμε.
Οι «Οντότητες», όπως ο Φόβος, η Ενοχή, η Ζήλια και ο Θυμός,
αποκτούν σώμα και φωνή στη σκηνή. Γιατί θέλατε να τους δώσετε αυτή τη μορφή;
Η ψυχή μου είναι βαθιά επηρεασμένη από τη διπλή μου ταυτότητα,
αυτήν της ψυχοδραματίστριας και της καλλιτέχνιδας. Δεν μπορώ να διαχωρίσω την
επιστήμη από την τέχνη, γιατί για μένα συναντιούνται σε έναν κοινό τόπο: στην
ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του, όχι μόνο μέσα από όσα μπορεί
να πει, αλλά και μέσα από όσα δεν έχει ακόμη βρει τις λέξεις για να εκφράσει.
Στο ψυχόδραμα υπάρχει μια πολύ σημαντική τεχνική, η συγκεκριμενοποίηση του
άυλου: αυτό που υπάρχει μέσα μας ως συναίσθημα, σκέψη, φόβος, επιθυμία,
ενοχή ή εσωτερική σύγκρουση μπορεί να αποκτήσει σώμα, φωνή, κίνηση και θέση
στον χώρο. Ο πρωταγωνιστής μπορεί να δημιουργήσει, με τη βοήθεια των άλλων
μελών της ομάδας, ένα ζωντανό γλυπτό του εσωτερικού του κόσμου. Να δώσει μορφή
σε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αόρατο. Ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει ο
Φόβος, ένας άλλος η Ενοχή, ένα αντικείμενο να συμβολίσει ένα ανεκπλήρωτο
όνειρο, μια κίνηση να αποκαλύψει μια σύγκρουση, ένας ήχος να εκφράσει αυτό που
δεν μπορεί να ειπωθεί. Και τότε το ψυχικό τοπίο παύει να είναι μια αφηρημένη
έννοια· γίνεται μια ζωντανή, αισθητή πραγματικότητα που μπορούμε να
παρατηρήσουμε, να πλησιάσουμε και να επαναδιαπραγματευτούμε.
Αυτή ακριβώς η δυνατότητα με συγκινεί και στο θέατρο. Οι
«Οντότητες» του έργου ΖΩ ή δεν είναι απλώς πρόσωπα που υποδύονται ένα
συναίσθημα. Είναι δυνάμεις που κατοικούν μέσα μας, μας επηρεάζουν, διαμορφώνουν
τις επιλογές μας και πολλές φορές, αποφασίζουν για εμάς πριν προλάβουμε να
συνειδητοποιήσουμε την παρουσία τους. Δίνοντάς τους σώμα και φωνή, τις φέρνω
από το σκοτάδι του εσωτερικού μας κόσμου στο φως της σκηνής. Θέλω ο θεατής να
μπορέσει να τις αναγνωρίσει, ίσως να γελάσει μαζί τους, να θυμώσει, να φοβηθεί,
αλλά κυρίως να αναρωτηθεί: ποια από αυτές τις φωνές καθορίζει τη δική μου
ζωή;
Εδώ συναντώ τον Jacob Levy Moreno, τον
δημιουργό του ψυχοδράματος, ο οποίος ήδη από τη δεκαετία του 1920 αναζητούσε
στο θέατρο του αυθορμητισμού έναν διαφορετικό τρόπο να συναντήσει τον άνθρωπο:
όχι μόνο μέσα από την ανάλυση της εμπειρίας του, αλλά μέσα από την ίδια της την
αναπαράσταση και τη δράση. Η σκέψη του συνομιλεί, με έναν δικό της τρόπο, με τη
μακραίωνη παράδοση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, όπου ο άνθρωπος έρχεται
αντιμέτωπος με τις δυνάμεις που τον υπερβαίνουν, με τις αντιφάσεις του και με
τις συνέπειες των επιλογών του. Γιατί, όταν κάτι που μας κατοικεί παίρνει μορφή
μπροστά μας, μπορούμε για πρώτη φορά να το δούμε όχι ως ολόκληρη την ταυτότητά
μας αλλά ως ένα μέρος της και ίσως τότε να αρχίζει η ελευθερία, όχι όταν
απαλλασσόμαστε από τον Φόβο, τη Ζήλια, την Ενοχή ή τον Θυμό, αλλά όταν μπορούμε
να τους κοιτάξουμε στα μάτια, να ακούσουμε τι έχουν να μας πουν και να
αποφασίσουμε εμείς ποιον ρόλο θα τους επιτρέψουμε να παίξουν στη ζωή μας.
Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να χρησιμοποιεί προσωπικά
βιώματα και συναισθήματα και να τα μετατρέπει σε θεατρική πράξη;
Για μένα, η μετατροπή των προσωπικών βιωμάτων και των
συναισθημάτων σε θεατρική πράξη είναι σχεδόν ένα φυσικό φαινόμενο. Το ΖΩ ή
είναι το έβδομο έργο που γράφω με βιωματικό τρόπο. Από πολύ νωρίς, όταν
τελείωσα τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και την Σχολή
του Jacques Lecoq στο Παρίσι,
άρχισα να γράφω χωρίς να συνειδητοποιώ πάντα ότι αυτό που έκανα ήταν μια
βιωματική συγγραφή. Έμοιαζε περισσότερο με μια φυσική ανάγκη, με κάτι που
συνέβαινε μέσα από τη δουλειά μου. Έχω μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη κιναισθητική
και χωρική αντίληψη· χρειάζομαι να βρίσκομαι μέσα στην πρόβα, να βλέπω τους
ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν, να συνομιλούν, να δοκιμάζονται, να πάσχουν, να
αναζητούν και από τις κινήσεις τους, τις σιωπές τους, τις αποτυχίες τους, από κάτι
απρόβλεπτο που συμβαίνει ανάμεσά τους, γεννιούνται μέσα μου εικόνες, σκηνές,
λέξεις. Είναι σαν να κάνω ένα download από πάνω ενός ποιητικού υλικού
που συνδέεται με την ίδια τη ζωή που συμβαίνει μπροστά μου, σαν να συλλαμβάνω
κάτι που δεν έχει ακόμη μορφή και καλούμαι να του δώσω σώμα.
Ποτέ δεν ονειρεύτηκα μεγάλους ρόλους για τον εαυτό μου όμως
ονειρεύτηκα να μπορέσω να μεταφράσω όλα εκείνα που υπήρχαν μέσα στην εμπειρία
μου, μέσα στην εσωτερική μου ζωή, για τα οποία δεν έβρισκα λόγια. Γιατί δεν
πιστεύω ότι υπάρχουν λέξεις για όλα. Όσο πλούσια κι αν είναι η γλώσσα μας, το
ψυχικό τοπίο του ανθρώπου μοιάζει με ένα απέραντο σύμπαν, που δεν μπορεί να
χωρέσει ολόκληρο μέσα στις λέξεις.
Ίσως για άλλους ηθοποιούς ή δημιουργούς η τέχνη να είναι ένας
τρόπος να κρυφτούν πίσω από έναν ρόλο, μια μάσκα, μια διαφορετική ταυτότητα.
Για μένα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο: εγώ θέλω να φτιάξω την μάσκα για να την
αποδομήσω καθαρτικά για να συναντηθώ με την αλήθεια μου.
Δεν με ενδιαφέρει να μεταφέρω αυτούσια την προσωπική μου ζωή στη
σκηνή, ούτε να εξομολογηθώ απλώς όσα έχω ζήσει. Με ενδιαφέρει να μετασχηματίσω
το βίωμα, να το αποδεσμεύσω από το στενά προσωπικό και να του δώσω μια μορφή
μέσα στην οποία να μπορεί να αναγνωριστεί και κάποιος άλλος. Να γίνει αυτή η
μεταφορά ένας κοινός τόπος, να συναντηθεί η δική μου αλήθεια με την αλήθεια του
θεατή, ακόμη κι αν οι ζωές μας είναι εντελώς διαφορετικές.
Για μένα, η πράξη είναι η αρχή μιας αναζήτησης, μια κίνηση προς
την αλήθεια, όχι ως κάτι απόλυτο που κάποτε κατακτούμε αλλά ως κάτι που τολμάμε
να πλησιάσουμε μαζί με τους άλλους. Αυτός δεν είναι κι ο λόγος που υπάρχει η
τέχνη; Υπάρχουν μέσα μας πράγματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά μπορούμε
να τα τραγουδήσουμε, να τα χορέψουμε, να τα ενσαρκώσουμε, να τα κάνουμε εικόνα
και θέατρο. Για να πάψουν να είναι μόνο δικά μας και για να μπορέσουμε, έστω
για μια στιγμή, να συναντηθούμε μέσα από
αυτά με άλλους ανθρώπους.
Η παράσταση ρωτά αν πραγματικά ζούμε ή απλώς επιβιώνουμε.
Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει να ζει;
Νομίζω πως ναι ή για να το πω ακριβέστερα, πιστεύω ότι ο σύγχρονος
άνθρωπος έχει σε μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από την ίδια την αίσθηση του
υπάρχειν. Από τη βιομηχανική εποχή μέχρι τη σημερινή κοινωνία της αδιάκοπης
παραγωγικότητας, της επίδοσης και της ψηφιακής επιτάχυνσης, μοιάζει να έχουμε
εκπαιδευτεί να υπάρχουμε ως εργαζόμενοι, καταναλωτές, αριθμοί, δεδομένα και
λειτουργίες, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ως ανθρώπινα όντα. Ο Καρλ Μαρξ ονόμασε
αυτή τη συνθήκη αλλοτρίωση, όταν ο άνθρωπος αποξενώνεται από την εργασία του,
από το προϊόν της δημιουργίας του, από τους άλλους, ακόμη και από τις ίδιες του
τις ανθρώπινες δυνατότητες (Marx, 1844/2000). Θα έλεγα πως σήμερα
αυτή η αλλοτρίωση έχει αποκτήσει καινούργιες μορφές. Είμαστε διαρκώς
συνδεδεμένοι, αλλά βαθιά ασύνδετοι· διαρκώς απασχολημένοι, αλλά όχι απαραίτητα
δημιουργικοί· διαρκώς διαθέσιμοι, αλλά όχι πραγματικά παρόντες. Η ζωή μετατρέπεται
σε μια ατελείωτη υποχρέωση διεκπεραίωσης ώστε να προλάβουμε, να αποδώσουμε, να
ανταποκριθούμε, να αποδείξουμε ότι αξίζουμε. Κι αναρωτιέμαι πότε ακριβώς θα
ζήσουμε; Όταν τελειώσουν οι υποχρεώσεις; Όταν αποκτήσουμε περισσότερα; Όταν
γίνουμε αρκετά επιτυχημένοι για να δικαιούμαστε την ανάπαυση;
Η έρευνα στην επαγγελματική ψυχική υγεία δείχνει ότι οι
υπερβολικές εργασιακές απαιτήσεις, η χαμηλή αυτονομία, η ανασφάλεια, ο
εκφοβισμός και η έλλειψη υποστήριξης συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο άγχους και
κατάθλιψης (Harvey et al., 2017). Ο
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι περίπου ένας στους επτά ανθρώπους
παγκοσμίως ζούσε με κάποια ψυχική διαταραχή το 2023 (World Health Organization, 2025). Δεν μπορούμε να αποδώσουμε όλη αυτή την οδύνη σε μία μόνο
αιτία, ούτε να χαρακτηρίσουμε μια ολόκληρη κοινωνία άρρωστη. Μπορούμε, όμως, να
αναρωτηθούμε τι είδους κοινωνικές συνθήκες παράγουν τόσο εκτεταμένη ψυχική
επιβάρυνση και γιατί έχουμε αρχίσει να θεωρούμε φυσιολογικό να ζούμε
εξαντλημένοι, αγχωμένοι, αποκομμένοι από τις επιθυμίες μας και συχνά από την
ίδια μας τη σωματικότητα. Σαν να έχουμε γίνει είλωτες ενός αόρατου αφέντη, που
δεν χρειάζεται πια να μας διατάζει, γιατί έχουμε εσωτερικεύσει τις εντολές του.
Και το πιο οδυνηρό είναι πως, πολλές φορές, ακόμη κι όταν μας δίνεται η δυνατότητα
να σταματήσουμε, δεν ξέρουμε πια πώς να υπάρξουμε χωρίς να παράγουμε κάτι.
Και βέβαια, δεν θέλω να δαιμονοποιήσω την τεχνολογία· θα ήταν
άδικο και ανιστόρητο. Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να θεραπεύσει, να συνδέσει
ανθρώπους που βρίσκονται μακριά, να διευρύνει τη γνώση, να απελευθερώσει χρόνο
και να προσφέρει δυνατότητες που κάποτε έμοιαζαν αδιανόητες. Το ερώτημα είναι
ποιος υπηρετεί ποιον: ο άνθρωπος την τεχνολογία ή η τεχνολογία τον άνθρωπο;
Όταν η ταχύτητα γίνεται αυτοσκοπός, όταν η προσοχή μας τεμαχίζεται σε αμέτρητα
ερεθίσματα και όταν η αξία μας μετριέται με δείκτες, επιδόσεις και αριθμούς,
κινδυνεύουμε να χάσουμε την επαφή με όσα δεν μετριούνται εύκολα: την
τρυφερότητα, τη στοχαστικότητα, την πλήξη που γεννά φαντασία, την ηδονή μιας
αργής στιγμής, τη βαθιά συνάντηση με έναν άλλον άνθρωπο. Και η απομάκρυνσή μας
από τη φύση δεν είναι αμελητέα λεπτομέρεια. Μια συστηματική ανασκόπηση
μετα-αναλύσεων, που συγκέντρωσε στοιχεία από 832 ανεξάρτητες μελέτες, κατέδειξε
ότι η φυσική και ψυχολογική σύνδεση με τη φύση συνδέεται με οφέλη για τη
σωματική και ψυχική υγεία, τη γνωστική λειτουργία και την ευημερία μας (Barragan-Jason et al., 2023).
Δεν είμαστε μηχανές που κατοικούν μέσα σε μηχανές. Είμαστε σώμα, ανάσα,
αισθήσεις, μνήμη, επιθυμία, σχέσεις· είμαστε φύση που, για ένα μικρό διάστημα,
απέκτησε συνείδηση του εαυτού της.
Για μένα, λοιπόν, το ερώτημα «ΖΩ ή απλώς επιβιώνω;» δεν είναι μια
ρομαντική νοσταλγία για έναν χαμένο παράδεισο. Είναι μια πολιτική, υπαρξιακή
και βαθιά ανθρώπινη ερώτηση. Δεν αφορά μόνο το αν ξέρουμε να απολαμβάνουμε τη
ζωή, αλλά αν οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε μάς επιτρέπουν να είμαστε
άνθρωποι. Αν έχουμε χρόνο να αγαπήσουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να
πενθήσουμε, να ονειρευτούμε, να σταθούμε κάτω από ένα δέντρο χωρίς να
αισθανόμαστε ότι σπαταλάμε τον χρόνο μας. Ίσως, τελικά, η πιο ριζοσπαστική
πράξη σήμερα να είναι να ξαναδιεκδικήσουμε το δικαίωμα να υπάρχουμε χωρίς να
χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύουμε τη χρησιμότητά μας. Να επιστρέψουμε στο
σώμα μας, στη φύση, στη φαντασία, στην κοινότητα, στη χαρά που δεν χρειάζεται
να δικαιολογηθεί. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι καταφέρνουμε να παράγουμε
πριν εξαντληθούμε. Είναι κι εκείνο που συμβαίνει όταν, επιτέλους, είμαστε εκεί για
να το ζήσουμε.
Στο τέλος ο θεατής καλείται να συμμετάσχει σε μια βιωματική
κοινωνιοδραματική εμπειρία. Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του φεύγοντας από το
θέατρο;
Θα ήθελα ο θεατής να μη φύγει από το θέατρο όπως ακριβώς ήρθε. Θέλω
να πάρει μαζί του ένα ερώτημα που να τον ακολουθεί και την επόμενη ημέρα, όταν
θα επιστρέψει στην καθημερινότητά του: «ΖΩ ή απλώς επιβιώνω; Και, κυρίως, τι
είμαι διατεθειμένος να αλλάξω προκειμένου να ζήσω;». Για μένα, το θέατρο δεν
είναι μόνο ένας τόπος αισθητικής απόλαυσης, ούτε μια σκηνή πάνω στην οποία
κάποιοι άνθρωποι εκθέτουν την τέχνη τους και κάποιοι άλλοι παρακολουθούν
σιωπηλοί. Το θέατρο είναι ένα θεραπευτήριο. Το έχω πει και στο παρελθόν και το
πιστεύω βαθιά ότι το θέατρο που μπορεί να ετυμολογείται και ως Θείο Ιατρείο
μπορεί να γίνει ένας τόπος συνάντησης με τον εαυτό μας και με τους άλλους, ένας
τόπος όπου το βίωμα μετατρέπεται σε συνείδηση, η συγκίνηση σε ερώτημα και το
ερώτημα σε δυνατότητα αλλαγής. Το κοινωνιόδραμα, όπως το θεμελίωσε ο Jacob Levy Moreno, δεν αποσκοπεί απλώς στην προσωπική αυτογνωσία· στρέφει το βλέμμα
στις συλλογικές σχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στις προκαταλήψεις, στις
ιδεολογίες και στις αντιφάσεις που διαμορφώνουν τη ζωή μας. (Moreno, 1953)
Γιατί ο άνθρωπος δεν
υπάρχει σε κοινωνικό κενό. Διαμορφώνεται μέσα στις οικογένειες, στους θεσμούς,
στις σχέσεις εξουσίας, στις κοινωνικές προσδοκίες και στις συνθήκες της εποχής
του. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να εξετάζουμε τον ανθρώπινο πόνο αποκλειστικά ως
ατομική υπόθεση, παραβλέποντας το περιβάλλον που τον γεννά ή τον συντηρεί. Δεν
είναι κάθε ψυχική δυσκολία κοινωνικά προκαθορισμένη, αλλά δεν μπορούμε να
θεραπεύουμε τον άνθρωπο αγνοώντας την κοινωνία μέσα στην οποία υποφέρει.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που θέλω να επιστρέψω το
ψυχόδραμα και το κοινωνιόδραμα στη θεατρική σκηνή επειδή εκεί μπορούμε να
συναντήσουμε πολλούς ανθρώπους μαζί, να δημιουργήσουμε έναν κοινό χώρο
αναστοχασμού και να ανοίξουμε μια συζήτηση που δεν θα σταματήσει με το
χειροκρότημα. Ακολουθώντας το πνεύμα του Moreno
και συναντώντας τη φιλοσοφία του Augusto
Boal, με το Forum Theater θέλω να
μετακινήσω τον θεατή από τη θέση του παθητικού παρατηρητή στη θέση του ενεργού
συμμέτοχου. Ο Boal ονόμασε spect-actor αυτόν τον άνθρωπο που είναι
ταυτόχρονα θεατής και δρων πρόσωπο, εκείνον που δεν περιορίζεται να βλέπει μια
πραγματικότητα να εκτυλίσσεται μπροστά του, αλλά μπορεί να εισέλθει στη δράση,
να παρέμβει και να δοκιμάσει εναλλακτικές δυνατότητες. (Boal, 1979)
Μέσα από το κοινωνιόδραμα, θα διερευνήσουμε όχι μόνο τι μας
συγκίνησε ή μας ενόχλησε στη σκηνή, αλλά και τι από όσα είδαμε αναγνωρίζουμε
στη δική μας ζωή, στις σχέσεις μας και στην κοινωνία. Θα αναζητήσουμε τους
ρόλους που μας έχουν δοθεί, εκείνους που επιλέξαμε ή αναγκαστήκαμε να παίξουμε,
τις προσδοκίες που μας καθορίζουν, τις φωνές που ακούγονται και τις φωνές που
μένουν στο περιθώριο. Θα αναρωτηθούμε σε ποιες ομάδες ανήκουμε, ποιες μας
διαμορφώνουν, ποιες μας προστατεύουν και ποιες μας περιορίζουν. Και κυρίως, θα
δοκιμάσουμε να δούμε την ίδια κατάσταση μέσα από τα μάτια του άλλου, να
αναγνωρίσουμε τις διαφορετικές αλήθειες που συνυπάρχουν και να φανταστούμε
άλλους τρόπους να υπάρχουμε μαζί.
Γιατί, όταν μια προσωπική ιστορία συναντά τις ιστορίες των άλλων,
μπορεί να αποκαλυφθεί κάτι βαθύτερο: ότι αυτό που θεωρούμε αποκλειστικά δικό
μας συχνά συνδέεται με ένα ευρύτερο κοινωνικό βίωμα. Και αυτό έχει τεράστια
σημασία, γιατί η συνειδητοποίηση ότι ανήκουμε σε ομάδες δεν αφορά μόνο την
ταυτότητά μας· αφορά και τη δυνατότητά μας να τις αλλάξουμε. Να δούμε πότε
αναπαράγουμε όσα μας πληγώνουν, πότε σιωπούμε μπροστά σε όσα μας αδικούν και
πότε μπορούμε να γίνουμε μέρος μιας διαφορετικής απάντησης. Το κοινωνιόδραμα
μάς δίνει τη δυνατότητα να μην παραμείνουμε θεατές της πραγματικότητας, αλλά να
δοκιμάσουμε, μαζί με τους άλλους, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Εκεί, στο μεγάλο «ανάμεσα» που δημιουργείται μεταξύ των ανθρώπων,
μπορεί να γεννηθεί κάτι που δεν θα μπορούσε να υπάρξει μέσα σε μια ατομική
εμπειρία: η αναγνώριση ότι δεν είμαστε μόνοι, ότι οι δυσκολίες μας έχουν συχνά
κοινές ρίζες και ότι η αλλαγή χρειάζεται τόσο την προσωπική μας ευθύνη όσο και
τη μεταμόρφωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεν υπόσχομαι μια μαζική θεραπεία ούτε
πιστεύω ότι μια θεατρική βραδιά μπορεί από μόνη της να θεραπεύσει τα τραύματα
μιας ζωής. Ονειρεύομαι, όμως, ένα θέατρο που να μπορεί να λειτουργεί ως
συλλογικό εργαστήρι επίγνωσης, ενσυναίσθησης και κοινωνικής αφύπνισης. Έναν
χώρο όπου θα συγκινούμαστε, θα σκεφτόμαστε, θα μοιραζόμαστε και θα τολμάμε να
φανταστούμε διαφορετικούς τρόπους να υπάρχουμε μαζί. Γιατί, αν το θέατρο
τελειώνει όταν πέφτει η αυλαία, τότε ίσως να έχουμε χάσει το πιο ουσιαστικό του
μέρος. Εγώ θα ήθελα η παράσταση να συνεχίζεται μέσα στη ζωή των ανθρώπων. Να
φεύγουν όχι με έτοιμες απαντήσεις, αλλά με περισσότερη ελευθερία να θέτουν
ερωτήματα, με μεγαλύτερη επίγνωση των επιλογών τους και με την υποψία, ή ακόμη
καλύτερα, με την ελπίδα ότι ο κόσμος δεν είναι μια πραγματικότητα που οφείλουμε
απλώς να υπομένουμε. Είναι μια πραγματικότητα που μπορούμε να συνδιαμορφώνουμε.
Αν έπρεπε να κρατήσουμε μόνο μία ερώτηση από την παράσταση και να
την κάνουμε δική μας, ποια θα θέλατε να είναι;
Αν έπρεπε να κρατήσουμε μόνο μία ερώτηση από την παράσταση,
θα ήθελα να είναι η πιο απλή και συγχρόνως η πιο δύσκολη: «ΖΩ ή…;». Μια
ερώτηση που θα μπορούσαμε να θέτουμε στον εαυτό μας κάθε πρωί, σαν έναν
προσωπικό διαλογισμό, σαν εκείνη την αρχαία αναζήτηση του «Ποιος είμαι;» που
διατρέχει διαφορετικές φιλοσοφικές και πνευματικές παραδόσεις. Γιατί πόσο
πραγματικά γνωρίζουμε τον εαυτό μας, όταν τον έχουμε ταυτίσει με τους ρόλους
μας, με το όνομά μας, με την επαγγελματική μας ιδιότητα, με την οικογένεια, τις
επιτυχίες και τις αποτυχίες μας; Κι αν αφαιρέσουμε όλα αυτά, τι απομένει; Στην
παράσταση δεν είναι τυχαίο ότι το ερωτηματικό βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον
τίτλο. Θα μπορούσα να γράψω «Ζω» και να κάνω μια κατάφαση. Επέλεξα, όμως, να
αφήσω την πρόταση μετέωρη, ανοιχτή, ανολοκλήρωτη. Το «ή» είναι ένας μετέωρος
σύνδεσμος, ένα κατώφλι ανάμεσα σε δύο δυνατότητες, μια ρωγμή μέσα στη βεβαιότητα
της ύπαρξής μας. Γιατί άλλο είναι να είσαι βιολογικά ζωντανός και άλλο να
αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις ουσιαστικά στην ζωή σου. Η καρδιά μπορεί να χτυπά,
το σώμα να εργάζεται, η καθημερινότητα να κυλά με ακρίβεια, κι όμως κάτι μέσα
μας να παραμένει κοιμισμένο. Να ζούμε μέσα από αυτοματισμούς, να
επαναλαμβάνουμε επιλογές που δεν είναι πια δικές μας, να εκπληρώνουμε
προσδοκίες που κάποτε υιοθετήσαμε χωρίς να αναρωτηθούμε αν μας αντιπροσωπεύουν.
Ο Πλάτωνας, με τον μύθο του σπηλαίου στην Πολιτεία,
περιγράφει ανθρώπους που θεωρούν πραγματικότητα τις σκιές που βλέπουν μπροστά
τους, επειδή δεν έχουν γνωρίσει κάτι διαφορετικό. Κι ίσως η πιο βαθιά μας
φυλακή να μην είναι εκείνη από την οποία δεν μπορούμε να βγούμε, αλλά εκείνη
της οποίας την ύπαρξη δεν έχουμε ακόμη υποψιαστεί. Πώς να αναζητήσεις το
φως, αν πιστεύεις ότι οι σκιές είναι ολόκληρος ο κόσμος; Και πώς να
αναρωτηθείς αν ζεις, όταν έχεις μάθει να θεωρείς ζωή την απλή επιβίωση;
Για μένα, λοιπόν, το «ΖΩ ή;» είναι μια πρόσκληση
αφύπνισης. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος που παλεύει να επιβιώσει, που κουβαλά
τραύματα, που εξαντλείται από τις συνθήκες της ζωής του, είναι λιγότερο
ζωντανός. Αντίθετα, σημαίνει ότι οφείλουμε να αναρωτηθούμε ποιες συνθήκες μάς
στερούν τη δυνατότητα να ζούμε με ελευθερία, δημιουργικότητα, επιθυμία και
νόημα. Ο Αριστοτέλης συνέδεσε την ευδαιμονία με την πραγμάτωση των ανθρώπινων
δυνατοτήτων και όχι απλώς με την ευχαρίστηση.
Η σύγχρονη ψυχολογική έρευνα αναδεικνύει τη σημασία που έχει
για την ψυχική μας ευημερία το να αισθανόμαστε ότι η ζωή μας έχει νόημα και
σκοπό. Οι Steger και συνεργάτες (2006) μελέτησαν τόσο την αίσθηση ότι έχουμε
βρει αυτό το νόημα όσο και την ανάγκη μας να το αναζητούμε. Γιατί, τελικά, ίσως
το ερώτημα να μην είναι μόνο αν αναπνέουμε, εργαζόμαστε και εκπληρώνουμε τις
υποχρεώσεις μας, αλλά αν αναπτυσσόμαστε, αν συνδεόμαστε ουσιαστικά με τους
άλλους και αν δημιουργούμε μια ζωή που αναγνωρίζουμε ως δική μας.
Ίσως, επομένως, το να ζούμε να σημαίνει να ξαναβρίσκουμε τη
δυνατότητα να επιλέγουμε, να δημιουργούμε, να αγαπάμε, να μετακινούμαστε από
όσα μας καθόρισαν χωρίς να μας ορίζουν για πάντα. Να βγαίνουμε από τις σκιές
των βεβαιοτήτων μας και να τολμάμε να αντικρίσουμε το φως, ακόμη κι όταν αυτό
μας αναγκάζει να δούμε πράγματα που θα προτιμούσαμε να μην ξέρουμε. Δεν θέλω ο
θεατής να φύγει από το θέατρο έχοντας βρει την απάντηση. Θέλω να φύγει έχοντας
χάσει, έστω για λίγο, τη βεβαιότητα ότι την γνωρίζει. Να επιστρέψει στο σπίτι
του, να κοιτάξει τον άνθρωπο που αγαπά, το σώμα του, τον χρόνο που του
απομένει, τις επιθυμίες που έχει αναβάλει, και να αναρωτηθεί: «Αν συνεχίσω να
ζω ακριβώς όπως ζω σήμερα, θα έχω ζήσει τη ζωή που πραγματικά ήθελα;». Γιατί
ίσως η αφύπνιση να μη συμβαίνει όταν ανακαλύπτουμε ποιοι είμαστε, αλλά όταν
τολμάμε να αμφισβητήσουμε ποιοι έχουμε μάθει να είμαστε. Και θα ήθελα να αφήσω
τον θεατή με αυτήν την σκέψη: Δεν ξέρω αν ήρθαμε στον κόσμο για να βρούμε
ποιοι είμαστε ή για να δημιουργήσουμε ποιοι μπορούμε να γίνουμε. Ξέρω, όμως,
πως κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να κοιμόμαστε μέσα στη ζωή μας. Γιατί
ο χρόνος δεν μας ρωτά αν είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε. Περνά. Κι εμείς, όσο
είμαστε ακόμη εδώ, οφείλουμε να αναμετρηθούμε με το πιο βαθύ ερώτημα της
ύπαρξής μας: ΖΩ ή……;
Βιβλιογραφία
Aristotle. (2002). Ηθικά Νικομάχεια: Βιβλίο Β΄ (Δ. Λυπουρλής, μτφρ.,
εισαγωγή και σχόλια). Ζήτρος.
Barragan-Jason,
G., Loreau, M., de Mazancourt, C., Singer, M. C., & Parmesan, C. (2023).
Psychological and physical connections with nature improve both human
well-being and nature conservation: A systematic review of meta-analyses.
Biological Conservation, 277, Article 109842. https://doi.org/10.1016/j.biocon.2022.109842
Boal, A.
(1979). Theatre of the oppressed (C. A. McBride & M.-O. L. McBride,
Trans.). Pluto Press. (Original work published 1974).
Boyd, J. E.,
Lanius, R. A., & McKinnon, M. C. (2018). Mindfulness-based treatments for
posttraumatic stress disorder: A review of the treatment literature and
neurobiological evidence. Journal of Psychiatry & Neuroscience, 43(1),
7–25. https://doi.org/10.1503/jpn.170021
Creswell, J. D.
(2017). Mindfulness interventions. Annual Review of Psychology, 68, 491–516. https://doi.org/10.1146/annurev-psych-042716-051139
Deci, E. L.,
& Ryan, R. M. (2000). The “what” and “why” of goal pursuits: Human needs
and the self-determination of behavior. Psychological Inquiry, 11(4), 227–268. https://doi.org/10.1207/S15327965PLI1104_01
Harvey, S. B.,
Modini, M., Joyce, S., Milligan-Saville, J. S., Tan, L., Mykletun, A., Bryant,
R. A., Christensen, H., & Mitchell, P. B. (2017). Can work make you
mentally ill? A systematic meta-review of work-related risk factors for common
mental health problems. Occupational and Environmental Medicine, 74(4),
301–310. https://doi.org/10.1136/oemed-2016-104015
Moreno, J. L.
(1953). Who shall survive? Foundations of sociometry, group psychotherapy, and
sociodrama (2nd ed.). Beacon House.
Plato. (2002).
Πολιτεία (Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, μτφρ.). Πόλις.
Schacter, D. L.
(2001). The seven sins of memory: How the mind forgets and remembers. Houghton
Mifflin.
Steger, M. F.,
Frazier, P., Oishi, S., & Kaler, M. (2006). The meaning in life
questionnaire: Assessing the presence of and search for meaning in life.
Journal of Counseling Psychology, 53(1), 80–93. https://doi.org/10.1037/0022-0167.53.1.80
Harvey, S. B.,
Modini, M., Joyce, S., Milligan-Saville, J. S., Tan, L., Mykletun, A., Bryant,
R. A., Christensen, H., & Mitchell, P. B. (2017). Can work make you
mentally ill? A systematic meta-review of work-related risk factors for common
mental health problems. Occupational and
Environmental Medicine, 74(4), 301–310. https://doi.org/10.1136/oemed-2016-104015
Βλάρα Αλεξία



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου