«Εδώ δεν πενθούν»: Η ομάδα LUMA για την απώλεια, την ενοχή και τη συγχώρεση
Με αφορμή την παράσταση «Εδώ δεν πενθούν», η ομάδα LUMA μιλούν για το πένθος, την ενοχή και τη συγχώρεση, για όσα δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε ακόμη και στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και για την κοινωνική απαίτηση να επιστρέψουμε γρήγορα στην κανονικότητα μετά από μια απώλεια. Μια συζήτηση για όσα αφήνει πίσω της η απουσία, αλλά και για τη δυνατότητα να ξαναβρούμε το νόημα της ζωής μέσα από την ανθρώπινη επαφή.
1. Το «Εδώ δεν πενθούν» ξεκινά από έναν
σιδηροδρομικό σταθμό, έναν χώρο αναμονής και μετάβασης. Τι συμβολίζει για εσάς
αυτός ο σταθμός και γιατί ήταν ο κατάλληλος χώρος για να συναντηθούν αυτοί οι
δύο άνθρωποι;
Μένια Kιοσσέ: Ένας σταθμός είναι ένα μέρος όπου κανείς δεν μένει για πάντα. Όλοι περιμένουν κάτι, όλοι είναι περαστικοί. Και όταν περιμένεις ένα τρένο, είναι σαν να παγώνει για λίγο ο χρόνος. Για μένα, ο σταθμός συμβολίζει το ίδιο το μετέωρο βήμα του πένθους. Ήταν ο ιδανικός χώρος για τη συνάντηση αυτών των δύο ανθρώπων, γιατί σε έναν σταθμό οι άμυνες χαλαρώνουν: κουβαλάς τη βαλίτσα σου, κυριολεκτικά και μεταφορικά και μοιράζεσαι ένα παγκάκι με έναν άγνωστο, ξέροντας ότι σε λίγο το τρένο θα περάσει. Αυτή η προσωρινότητα γεννάει και την πιο αφοπλιστική ειλικρίνεια.
2. Οι δύο ήρωες είναι άγνωστοι μεταξύ τους, όμως μέσα
από τη συζήτησή τους αποκαλύπτουν πολύ προσωπικά κομμάτια της ζωής τους. Τι
είναι αυτό που μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να ανοιχτεί τελικά σε έναν άγνωστο;
Θάνος Καπρέλης: Πολύ μου αρέσει η ερώτηση αυτή. Και
είναι ένα ερώτημα που προσωπικά με έχει απασχολήσει. Τι είναι αυτό που μπορεί
να κάνει έναν άνθρωπο να ανοιχτεί πιο εύκολα σε έναν άγνωστο, απ’ ό,τι σε
κάποιον που γνωρίζει; Ίσως τελικά να είναι η ασφάλεια ότι δεν έχουμε να χάσουμε
κάτι. Ο άγνωστος δεν γνωρίζει την ιστορία μας, δεν έχει εικόνα για το ποιοι
είμαστε, δεν έχει προσδοκίες από εμάς. Κι έτσι μπορούμε να του πούμε πράγματα
που ίσως δυσκολευόμαστε να πούμε στους ανθρώπους που βρίσκονται πιο κοντά μας.
Δεν φοβόμαστε τόσο την κρίση του, γιατί δεν έχει προηγηθεί κάτι που μπορεί να
αλλάξει. Δεν υπάρχει το ίδιο συναισθηματικό κόστος. Και ίσως μέσα σε αυτή την
ανωνυμία να υπάρχει και μια ελευθερία. Η ελευθερία να πεις κάτι που κουβαλάς,
χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις ποιος είσαι ή γιατί το κουβαλάς. Είναι υπέροχο
αυτό! Και θα πρόσθετα και κάτι ακόμη...η γοητεία στο να αποκαλύπτεις ένα
κομμάτι του εαυτού σου σε έναν άνθρωπο που μόλις γνώρισες. Σαν να του
επιτρέπεις, για λίγη ώρα, να δει κάτι από μέσα σου που ίσως δεν έχει δει κανείς
άλλος. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως τελικά να είναι πιο εύκολο να μιλήσουμε σε
έναν άγνωστο, γιατί δεν χρειάζεται να προστατεύσουμε την εικόνα που έχει ήδη
σχηματίσει για εμάς.
3. Πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να πενθεί σε
έναν κόσμο που περιμένει από εκείνον να επιστρέψει γρήγορα στην «κανονικότητα»;
Άννα Παπαγιάννη: Οι περισσότεροι άνθρωποι, σε ένα
γενικό πλαίσιο, κατανοούμε κάποιον όταν πενθεί και έχει μία απώλεια, ότι θέλει
τον χρόνο του. Όλο αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο για κάποιον που το βιώνει.
Όμως, όταν βιώνεις ένα πένθος, δεν έχει ημερομηνία λήξης ο πόνος. Δεν είναι
δηλαδή ότι θα περάσει μία βδομάδα, ένας μήνας, ένας χρόνος και εσύ θα είσαι
όπως πριν. Δεν θα είσαι όπως πριν, γιατί αυτός ο άνθρωπος που έχασες δεν θα
είναι πια στη ζωή σου.
Είναι πάρα πολύ εγωιστική η κοινωνία μας, περιμένοντας
από σένα να είσαι λειτουργικός στην καθημερινότητα. Να μην κλαις, να μην το
δείχνεις. Φοβάσαι ότι θα σε λυπούνται, φοβάσαι να εξωτερικεύσεις τα
συναισθήματά σου, λέγοντας ότι ο χρόνος τα γιατρεύει όλα ή την ανεκδιήγητη
ατάκα «η ζωή συνεχίζεται...» ή «ζωντανή με τους ζωντανούς».
Όλα αυτά που νιώθεις κάθε μέρα δεν έχουν να κάνουν με το ότι η ζωή συνεχίζεται, αλλά με το ότι ένα κομμάτι σου, βιώνοντας την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, δεν θα υπάρχει. Και αυτό είναι που πενθείς.
4. Η απώλεια, η ενοχή, ο θυμός και η συγχώρεση είναι
πολύ διαφορετικά συναισθήματα, αλλά στο έργο μοιάζουν να συνδέονται. Ποιο από
αυτά βρίσκεται πιο βαθιά στους δύο ήρωες;
Θάνος Καπρέλης: Ο Γιάννης, ο ένας από τους δύο
χαρακτήρες του έργου, αναφέρει κάποια στιγμή: "Ίσως αυτά δεν είναι
στάδια... Είναι κάτι όλα μαζί" . Ταυτίζομαι απόλυτα με αυτή τη φράση,
γιατί είναι κάτι που έχω βιώσει κι εγώ προσωπικά μέσα από το πένθος της απώλειας.
Δεν θεωρώ ότι κάποιο συναίσθημα κυριαρχεί απέναντι στα υπόλοιπα. Είναι πολλά
συναισθήματα μαζί. Ένα τσουνάμι συναισθημάτων, που πολλές φορές, μπροστά σε όλο
αυτό, ερχόμαστε σε μια θέση αμηχανίας και δεν ξέρουμε πώς να το διαχειριστούμε.
Και μπορεί αυτή η αμηχανία να γεννήσει μια περίεργη, "μη φυσιολογική"
συμπεριφορά, που ίσως στους άλλους να φαίνεται παράξενη, αλλά για τον άνθρωπο
που πενθεί είναι απολύτως φυσιολογική. Γιατί το πένθος δεν έχει πάντα λογική,
ούτε ακολουθεί μια συγκεκριμένη σειρά. Μπορεί να νιώθεις θυμό και την ίδια
στιγμή ενοχή. Μπορεί να θέλεις να συγχωρέσεις και ταυτόχρονα να μην μπορείς.
Όλα αυτά μπορούν να συνυπάρχουν μέσα σου την ίδια στιγμή. Και ίσως τελικά αυτό
να είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι της απώλειας.
5. Υπάρχει μια αναπάντεχη αποκάλυψη που αλλάζει τη
σχέση των δύο ανθρώπων. Χωρίς να αποκαλύψουμε περισσότερα, πόσο σημαντικό ήταν
για εσάς να οδηγηθεί η ιστορία σε αυτή την ανατροπή;
Μένια Κιοσσέ: Δεν ήθελα μια ανατροπή απλώς για να πούμε ‘’ ωχ, δεν
το περίμενα ‘’. Ήθελα να ταρακουνήσω αυτή την ευκολία που έχουμε συχνά να
χωρίζουμε τους ανθρώπους σε ‘’καλούς’’ και ‘’κακούς’’, σε θύματα και θύτες.
Στη ζωή τα πράγματα είναι πολύ πιο μπερδεμένα και περίπλοκα. Μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον να δω τι γίνεται όταν δύο άνθρωποι έχουν έρθει κοντά, έχουν μοιραστεί τον πόνο τους, και ξαφνικά μαθαίνουν κάτι που τους φέρνει αντιμέτωπους. Εκεί αρχίζει η πραγματική δυσκολία: μπορείς να καταλάβεις τον άλλον, ακόμα κι αν αυτό που έγινε σε πονάει;
6. Τι σημαίνει για εσάς «να συνεχίζεις» μετά από μια
μεγάλη απώλεια;
Θάνος Καπρέλης: Προσωπικά μιλώντας, το να συνεχίζεις
μετά από μια μεγάλη απώλεια σημαίνει δύναμη και, κυρίως, θάρρος. Σημαίνει ότι
έχεις πέσει, έχεις χτυπήσει, έχεις πληγωθεί βαθιά... ίσως και ανεπανόρθωτα.. κι
όμως βρίσκεις τη δύναμη να σηκωθείς και να συνεχίσεις. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάς
ή ότι η πληγή κλείνει εντελώς. Η απώλεια αφήνει σημάδια, καταγράφεται πάνω σου
και γίνεται μέρος της ιστορίας σου. Απλώς, κάποια στιγμή μαθαίνεις να προχωράς
με αυτά τα καινούργια δεδομένα. Και νομίζω πως ο καθένας βιώνει και διαχειρίζεται
την απώλεια με τον δικό του τρόπο. Δεν γράφει η απώλεια το ίδιο πάνω σε όλους
τους ανθρώπους. Έχει διαφορετικά παρακλάδια, ανάλογα με τον χαρακτήρα, τις
αντοχές, τις σχέσεις και τον τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται τη ζωή. Το
σημαντικό, για μένα, είναι ότι ακόμα και μετά από μια μεγάλη απώλεια, υπάρχει
ένας τρόπος να ξανασταθείς στα πόδια σου... όχι όπως ήσουν πριν, αλλά όπως
είσαι πια.
Άννα Παπαγιάννη: Για μένα, το "να
συνεχίζεις" μετά από μια μεγάλη απώλεια δεν σημαίνει ότι ξεπερνάς ή
ξεχνάς. Το πένθος δεν είναι μια ασθένεια από την οποία θεραπεύεσαι. Σημαίνει να
βρίσκεις το κουράγιο να ζήσεις την επόμενη μέρα, κουβαλώντας την απουσία μέσα σου.
Μένια Κιοσσέ: ‘’Να συνεχίζεις’’ δεν σημαίνει να αφήνεις πίσω σου ό,τι συνέβη, ούτε να υποκρίνεσαι πως η ζωή επιστρέφει στους παλιούς της ρυθμούς. Για μένα σημαίνει να συμφιλιώνεσαι με το κενό και να του δίνεις χώρο να υπάρχει. Σημαίνει να επιτρέπεις στον εαυτό σου να πενθήσει αληθινά, χωρίς βιασύνη, χωρίς ενοχές και χωρίς την πίεση να αποδείξεις πόσο δυνατός και ανθεκτικός είσαι. Το να συνεχίζεις είναι μια καθημερινή, σιωπηλή απόφαση: να προχωράς όχι επειδή ο πόνος έφυγε, αλλά επειδή μαθαίνεις να αναπνέεις μαζί του. Να βρίσκεις σιγά-σιγά ξανά νόημα στις μικρές στιγμές, κουβαλώντας όσα αγάπησες και χάθηκαν όχι σαν βάρος που σε καθηλώνει, αλλά σαν κομμάτι του εαυτού σου.
7. Το έργο κινείται ανάμεσα σε όσα οι άνθρωποι
δείχνουν και σε όσα επιλέγουν να κρύβουν. Πόσο δύσκολο ήταν για τους ηθοποιούς
να αποδώσουν όλα αυτά που δεν λέγονται αλλά υπάρχουν κάτω από τις λέξεις;
Θάνος Καπρέλης: Με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, θα
έλεγα ότι αυτό ήταν ίσως ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της παράστασης.
Προσπάθησα να αποτυπώσω όχι μόνο αυτό που οι άνθρωποι λένε ή δείχνουν, αλλά
κυρίως αυτό που συμβαίνει μέσα τους και συχνά δεν μπορούν ή δεν επιλέγουν να
εκφράσουν με λόγια. Το έργο χτίστηκε πάνω σε δύο άξονες. Από τη μία, υπάρχει η
πραγματικότητα: δύο άνθρωποι που συναντιούνται σε έναν σταθμό τρένου,
συνομιλούν, γνωρίζονται και σταδιακά ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους και από την
άλλη, υπάρχει ένας βουβός κόσμος, μέσα από τον οποίο προσπαθήσαμε να
αποτυπώσουμε κινησιολογικά και σωματικά τη διαδρομή του πένθους. Αυτό το
δεύτερο επίπεδο ήταν για μένα και το πιο δύσκολο σκηνοθετικά. Μου πήρε αρκετό
χρόνο να βρω τον τρόπο με τον οποίο κάτι τόσο εσωτερικό και άυλο, όπως το
πένθος, μπορεί να γίνει εικόνα, κίνηση και σιωπή, χωρίς να χρειάζεται να
εξηγηθεί. Ως ηθοποιός, από την άλλη, η δυσκολία ήταν διαφορετική. Έπρεπε να μπω
σε μια ψυχολογία όπου δεν αρκεί να “παίξω” αυτό που λέω, αλλά να υπάρχει
ταυτόχρονα από κάτω κάτι που δεν λέγεται. Να υπάρχει η σκέψη, η μνήμη, η
απώλεια, η αντίσταση, όλα αυτά που μπορεί να κρύβονται πίσω από μια φράση, μια
παύση, ακόμα και μια μικρή κίνηση. Δεν ξέρω αν τελικά καταφέραμε να το
αποδώσουμε στο 100%...αυτο θα το κρίνει ο θεατής. Ξέρω όμως ότι προσπαθήσαμε να
μην αντιμετωπίσουμε το πένθος ως κάτι που απλώς περιγράφεται, αλλά ως κάτι που
βιώνεται.
8. Αν το «Εδώ δεν πενθούν» μπορεί να αφήσει κάτι στον
θεατή μετά το τέλος της παράστασης, ποια θα θέλατε να είναι αυτή η σκέψη ή το
συναίσθημα που θα πάρει μαζί του φεύγοντας από το Θέατρο 104;
Θάνος Καπρέλης: Παρόλο που το έργο είναι ένα ψυχολογικό
δράμα και πραγματεύεται ένα θέμα που από μόνο του είναι βαρύ, δεν θα ήθελα ο
θεατής να φύγει από την παράσταση μόνο με αυτό το βάρος. Αντίθετα, αυτό που θα
θέλαμε ως ομάδα, και εγώ προσωπικά, είναι να φύγει με μια μικρή, αλλά
ουσιαστική, νότα αισιοδοξίας. Γιατί ακόμα και μετά από μια πολύ μεγάλη απώλεια,
υπάρχει η δυνατότητα να συνεχίσεις. Όχι απαραίτητα επειδή ξεχνάς ή επειδή ο
πόνος εξαφανίζεται, αλλά επειδή κάποια στιγμή αρχίζεις να βλέπεις τη ζωή ξανά
με άλλα μάτια. Και ίσως το σημαντικότερο που θα θέλαμε να πάρει μαζί του ο
θεατής είναι ότι δεν είμαστε μόνοι μέσα σε αυτό. Οτι ο πόνος δεν είναι μόνο
δικός μας, ότι υπάρχουν κι άλλοι που αναπνέουν τον ίδιο αέρα, κουβαλούν το ίδιο
βάρος, όπως αναφέρεται σε κάποιο σημείο του έργου. Και τελικά, ίσως αυτό να
είναι και το πιο αισιόδοξο μήνυμα της παράστασης: ότι ακόμα κι αν κάποια στιγμή
η ζωή μοιάζει να έχει μόνο μαύρο και γκρι, μέσα από μεγάλη προσπάθεια μπορούμε
να αρχίσουμε να βλέπουμε ξανά χρώματα. Όχι επειδή η απώλεια έπαψε να υπάρχει,
αλλά επειδή μάθαμε να υπάρχουμε κι εμείς μαζί της. Και θα ήθελα ο θεατής,
φεύγοντας από το θέατρο, να κρατήσει ακριβώς αυτή την αίσθηση: ότι υπάρχει ζωή
και μετά τον πόνο
Μένια Κιοσσέ: Θα ήθελα φεύγοντας να πάρει μια βαθιά ανάσα
ανακούφισης. Να νιώσει ότι δεν είναι μόνος, ότι όλοι κουβαλάμε τις σιωπές μας,
τις πληγές μας ή πράγματα που διστάζουμε να πούμε φωναχτά.
Αν υπάρχει μια σκέψη που θα ήθελα να κρατήσει, είναι ότι έχουμε δικαίωμα να πενθήσουμε με τον δικό μας τρόπο και στον δικό μας χρόνο, χωρίς να απολογούμαστε σε κανέναν κανόνα ‘’ επιστροφής στην κανονικότητα ‘’ . Και κυρίως, ότι ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές μας περιόδους, η ανθρώπινη επαφή και η κατανόηση παραμένουν σανίδα σωτηρίας.
Φωτο: Γιώργος Μαρινάκης


.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου