Λιάνα Τρετιακόβα: "Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς το βιολί, ούτε τη ζωή μου χωρίς τη μουσική"
Νέοι βιρτουόζοι και το κουαρτέτο Αέναον συναντώνται στη σκηνή της Παλαιάς Βουλής, την Κυριακή 18 Οκτωβρίου, σε μια συναυλία με έργα Μπαχ, Μότσαρτ, Βιενιάφσκι και Σοστακόβιτς, υπό την καλλιτεχνική επιμέλεια της βιολονίστριας και παιδαγωγού Λιάνας Τρετιακόβα. Με αφορμή την ολοκλήρωση του πρώτου διεθνούς masterclass βιολιού της Σχολής Μουσικής Ζαχάρ Μπρον στην Ελλάδα, μιλά για τους νέους μουσικούς και το μέλλον της κλασικής μουσικής.
Έχετε αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας στο βιολί, τόσο ως
ερμηνεύτρια όσο και ως παιδαγωγός. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας
συναρπάζει και να σας γοητεύει σε αυτό το όργανο έπειτα από τόσα χρόνια;
Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς το βιολί, ούτε τη ζωή μου χωρίς τη
μουσική. Άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική σε πολύ μικρή ηλικία και από τότε
με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή.
Το βιολί είναι ένα όργανο που επιτρέπει να ζωντανεύουν οι ιδέες του συνθέτη και να εκφράζονται τα συναισθήματα του ερμηνευτή. Είναι ένα από τα πιο απαιτητικά μουσικά όργανα και είμαι πολύ χαρούμενη που, χάρη στον καθηγητή Μπρον, είχα την ευκαιρία να κατακτήσω τα μυστικά της τέχνης του και να μπορώ σήμερα να τα μεταδίδω στις επόμενες γενιές.
Τριάντα χρόνια διδασκαλίας σημαίνουν επίσης τριάντα χρόνια παρατήρησης
πολύ διαφορετικών προσωπικοτήτων και χαρακτήρων. Τι σας έχει διδάξει η
διδασκαλία, τόσο για τη μουσική, όσο και για τους ανθρώπους;
Με έχει διδάξει ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Ο καθένας
ακολουθεί τη δική του πορεία ανάπτυξης και το μουσικό ταλέντο του καθενός
εκδηλώνεται με τον δικό του τρόπο.
Μερικές φορές, ακόμη και πολλά χρόνια μετά την έναρξη των μουσικών
σπουδών, ένα ταλέντο βρίσκει τελικά τον δρόμο του στη μουσική, αλλά μέσα από
ένα διαφορετικό όργανο!
Για επτά χρόνια δίδασκα βιολί σε ένα εξαιρετικά ταλαντούχο κορίτσι, το
οποίο σημείωνε μεγάλη πρόοδο και είχε μάλιστα εμφανιστεί και με ορχήστρα.
Ωστόσο, δεν αντλούσε καμία ευχαρίστηση ούτε από την καθημερινή μελέτη ούτε από
τις συναυλίες.
Όταν έγινε δώδεκα ετών, αποφασίσαμε μαζί να δοκιμάσει το λυρικό
τραγούδι. Ανακαλύψαμε ότι διέθετε μια εκπληκτική φωνή σοπράνο και, μόλις στα
δεκαπέντε της χρόνια, ερμήνευσε επί σκηνής την άρια της Ροζίνας από την όπερα
του Ροσσίνι «Ο Κουρέας της Σεβίλλης».
Σήμερα σπουδάζει επαγγελματικά λυρικό τραγούδι και σκοπεύει να αφιερώσει τη ζωή της στην όπερα.
Η τεχνική τελειότητα έχει τεράστια σημασία για έναν βιολονίστα. Πού
αρχίζει όμως η ερμηνεία και πώς η άψογη τεχνική μετατρέπεται σε μια μοναδική,
προσωπική μουσική φωνή;
Πιστεύω ότι το σημαντικό δεν είναι να διαθέτει κανείς άψογη τεχνική,
αλλά μια πολύ γερή τεχνική βάση, που θα του επιτρέπει να εκφράζει μέσα από το
όργανό του τα συναισθήματα και τις σκέψεις του.
Το βάθος της ερμηνείας εξαρτάται από το εύρος της σκέψης του μουσικού:
από το πόσο βαθιά εμβαθύνει στη γνώση του μουσικού ύφους και από το πόσο
σφαιρικά ενδιαφέρεται για το έργο του συνθέτη.
Πολύ συχνά, τα συμφωνικά έργα ή οι όπερες ενός συνθέτη μάς προσφέρουν πολύ περισσότερες πληροφορίες για το ύφος του απ’ ό,τι τα έργα του για βιολί.
Σπουδάσατε κοντά στον διάσημο δάσκαλο βιολιού Ζαχάρ Μπρον και αργότερα
εργαστήκατε στο πλευρό του. Ποιες πτυχές της μουσικής και παιδαγωγικής του
φιλοσοφίας επηρέασαν βαθύτερα τη δική σας καλλιτεχνική πορεία;
Θα έλεγα ότι τον καθηγητή Μπρον τον γνωρίζουν κυρίως οι επαγγελματίες
μουσικοί, καθώς το όνομά του δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στο ευρύ κοινό.
Αντίθετα, πολλοί γνωρίζουν τα ονόματα των μαθητών του: του Βαντίμ Ρέπιν, του
Μαξίμ Βενγκέροφ, του Ντάνιελ Χόουπ, του Ντέιβιντ Γκάρετ και δεκάδων άλλων
βιολονιστών.
Είναι απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο του και έχει αφιερώσει ολόκληρη τη
ζωή του στη διδασκαλία του βιολιού. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, όταν ήταν 60–65
ετών (σήμερα είναι 78), εργαζόταν 16–17 ώρες την ημέρα, χωρίς Σαββατοκύριακα
και χωρίς διακοπές.
Καταλαβαίνω ότι αυτό ακούγεται απίστευτο, αλλά είναι απολύτως αληθινό.
Οι μοναδικές του «ημέρες ξεκούρασης» ήταν εκείνες κατά τις οποίες έπρεπε να
ταξιδέψει αεροπορικώς σε κάποια άλλη χώρα.
Με το προσωπικό του παράδειγμα μας έδειχνε τι σημαίνει πραγματική
αφοσίωση στην αποστολή σου και δίδαξε αυτή την αφοσίωση και στους μαθητές του.
Το πρόγραμμα της συναυλίας στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής περιλαμβάνει έργα των Μπαχ, Μότσαρτ, Βιενιάφσκι και Σοστακόβιτς. Γιατί επιλέξατε αυτό το συγκεκριμένο ρεπερτόριο και τι θα θέλατε να ανακαλύψει το κοινό μέσα από αυτό το μουσικό ταξίδι;
Καθώς η συναυλία αυτή πραγματοποιείται με την ευκαιρία της ολοκλήρωσης
του masterclass βιολιού που διοργανώνω στην Αθήνα, στη σκηνή θα εμφανιστούν οι
συμμετέχοντές του, οι οποίοι προέρχονται από διάφορες χώρες του κόσμου.
Στα masterclasses εργαζόμαστε με τους νεαρούς μουσικούς πάνω στο
ρεπερτόριο που ήδη μελετούν, με στόχο να φτάσει η ερμηνεία τους σε
επαγγελματικό επίπεδο. Αυτό ακριβώς το ρεπερτόριο θα παρουσιαστεί και στη
συναυλία. Επομένως, θα έλεγα ότι η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι μάλλον
πεζή.
Όσο για το κοινό, θα ήθελα πολύ να ανακαλύψει νέα ονόματα. Η
επαγγελματική σταδιοδρομία των σολίστ αρχίζει συχνά σε αρκετά νεαρή ηλικία —
μερικές φορές στα δεκατέσσερα χρόνια και άλλοτε ακόμη νωρίτερα.
Πιστεύω ότι οι νεαροί μουσικοί που θα εμφανιστούν σε αυτή τη συναυλία έχουν πολύ καλές προοπτικές να ακολουθήσουν μια σολιστική καριέρα και ελπίζω πραγματικά ότι το επίπεδο της ερμηνείας τους θα ενθουσιάσει το ελληνικό κοινό.
Αυτή η συναυλία θα αποτελέσει την κορύφωση του πρώτου διεθνούς
masterclass βιολιού της Σχολής Μουσικής Ζαχάρ Μπρον στην Ελλάδα. Τι κάνει αυτή
τη βραδιά ξεχωριστή για εσάς προσωπικά και τι ελπίζετε να γεννηθεί από τη
συνάντηση αυτών των μουσικών στην ίδια σκηνή;
Πρώτα απ’ όλα, ο χώρος. Η αίθουσα της Παλαιάς Βουλής είναι κυριολεκτικά
πλημμυρισμένη από ιστορία. Έχει μια ξεχωριστή ενέργεια, τη δική της ψυχή, θα
έλεγα μάλιστα και κάτι το μυστηριακό…
Όταν, τον Ιούλιο του φετινού έτους, μια Ελληνίδα φίλη μου μού έδειξε
αυτή την αίθουσα (και η διοίκηση του μουσείου είχε την καλοσύνη να μας
επιτρέψει την είσοδο), κατάλαβα αμέσως ότι θα ήθελα να πραγματοποιήσω μια
συναυλία ακριβώς εδώ.
Σε αυτόν τον χώρο βλέπεις και αισθάνεσαι αμέσως ότι βρίσκεσαι πραγματικά
στην Ελλάδα — σε μια σπουδαία χώρα που χάρισε στον κόσμο τη δημοκρατία, τη
φιλοσοφία, τη λογική, την ορθολογική σκέψη, το θέατρο, τους Ολυμπιακούς Αγώνες…
Δεύτερον, πιστεύω ότι η κλασική — ή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η
νεοκλασική — αρχιτεκτονική και η κλασική μουσική συνδυάζονται υπέροχα. Όταν η
κλασική μουσική ερμηνεύεται σε τέτοιους χώρους, την αντιλαμβανόμαστε εντελώς
διαφορετικά απ’ ό,τι, για παράδειγμα, σε σύγχρονες αίθουσες συναυλιών.
Κατά τη γνώμη μου, η εμπειρία γίνεται πιο αυθεντική. Θα μπορούσε μάλιστα
να πει κανείς ότι και οι ίδιοι οι μουσικοί ερμηνεύουν την κλασική μουσική λίγο
διαφορετικά όταν βρίσκονται σε ιστορικές αίθουσες. Γι’ αυτό ελπίζω πραγματικά
ότι αυτή η συναυλία θα μείνει αξέχαστη.
Ως βιολονίστρια και ως παιδαγωγός, μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι
για έναν ερμηνευτή είναι πάντα μεγάλη τιμή να παίζει μπροστά σε μια κατάμεστη
αίθουσα και ότι, σε τέτοιες στιγμές, δίνει πραγματικά το εκατό τοις εκατό των
δυνατοτήτων του.
Αν καταφέρουμε να γεμίσουμε την αίθουσα στην Αθήνα — και αυτός ακριβώς
είναι ο λόγος που αποφασίσαμε να προσφέρουμε δωρεάν είσοδο στη συναυλία — ίσως
αυτή η βραδιά αποτελέσει την αρχή μιας ολόκληρης σειράς συναυλιών σε μια πόλη
που έχω αγαπήσει με όλη μου την καρδιά.
Εδώ και αρκετά χρόνια, οι μαθητές μας εμφανίζονται τακτικά, πολλές φορές
τον χρόνο, για παράδειγμα με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Μολδαβίας στο
Κισινάου και με την ορχήστρα δωματίου Camerata Tchaikovsky στο Λονδίνο.
Θα ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη αν η Αθήνα γινόταν ακόμη μία πόλη όπου οι νεαροί βιρτουόζοι μας θα μπορούσαν να εμφανίζονται δύο ή ίσως ακόμη και τρεις φορές τον χρόνο.
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η κλασική μουσική αναζητά συνεχώς
νέους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό. Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο
πρόβλημά της σήμερα και ποια είναι η σημαντικότερη δυνατότητά της να παραμείνει
ζωντανή και ουσιαστική;
Νομίζω ότι η απάντησή μου σε αυτή την ερώτηση θα σας φανεί κάπως
απροσδόκητη.
Κατά τη γνώμη μου, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της κλασικής
μουσικής σήμερα — αν όχι το μεγαλύτερο — όπως άλλωστε και της ανθρωπότητας
συνολικά, είναι η επίδραση των smartphones, των tablets και των υπόλοιπων
λεγόμενων «έξυπνων» συσκευών στις νοητικές ικανότητες των μελλοντικών γενεών.
Ως καθηγήτρια βιολιού, συχνά εργάζομαι με τους μαθητές μου επί δέκα ή
δεκαπέντε χρόνια — κυριολεκτικά από την ηλικία των τριών ή πέντε ετών μέχρι την
εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο.
Και όταν συγκρίνω τη γενιά των παιδιών που γεννήθηκαν, ας πούμε, πριν
από είκοσι χρόνια και σπούδασαν μαζί μου από μικρή ηλικία, με τα σημερινά
παιδιά, η σύγκριση, για να το θέσω όσο πιο ήπια γίνεται, δεν είναι καθόλου
ευνοϊκή για τη σημερινή γενιά.
Αυτό αφορά την ικανότητα συγκέντρωσης, τη μνήμη, την ταχύτητα αφομοίωσης
νέου υλικού… Η διαφορά είναι, στην πραγματικότητα, τρομακτική.
Όσο για το αν η κλασική μουσική θα παραμείνει ζωντανή και σημαντική,
πιστεύω ότι αυτό θα συμβαίνει πάντα — όπως ακριβώς και με την κλασική
λογοτεχνία, το κλασικό στυλ στην ένδυση και ούτω καθεξής.
Οι άνθρωποι εξακολουθούν να διαβάζουν — και να αγαπούν! — τον Σαίξπηρ,
τον Γκαίτε, τον Δάντη, τον Θερβάντες, τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι.
Τα κλασικά έργα είναι διαχρονικά.
Σε τι ή σε ποιον βλέπετε το μέλλον της κλασικής μουσικής;
Πιστεύω ότι στο ορατό μέλλον θα εμφανίζονται όλο και περισσότερα νέα
ονόματα από την Ασία και, πρωτίστως, από την Κίνα.
Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι στην Κίνα, σε αντίθεση με την Ευρώπη, η
επαγγελματική εκπαίδευση στην κλασική μουσική εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα και
σήμερα γνωρίζει μια πραγματικά αλματώδη ανάπτυξη.
Για παράδειγμα, στην Κίνα παίζουν ήδη πιάνο ογδόντα εκατομμύρια
άνθρωποι. Είναι περίπου σαν να άρχιζε ξαφνικά να παίζει πιάνο ολόκληρος ο
πληθυσμός της Γερμανίας — ηλικιωμένοι και παιδιά μαζί.
Το βιολί είναι το δεύτερο πιο δημοφιλές μουσικό όργανο και θεωρώ ότι μια
ρεαλιστική εκτίμηση του αριθμού των ανθρώπων που παίζουν βιολί στην Κίνα είναι
περίπου δέκα εκατομμύρια. Δηλαδή ένα εκατομμύριο περισσότεροι από ολόκληρο τον
πληθυσμό της Ελβετίας.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην Κίνα η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου έχει
γίνει ευρέως διαδεδομένη όχι επειδή όλοι θέλουν οπωσδήποτε να γίνουν πιανίστες
ή βιολονίστες, αλλά επειδή η ενασχόληση με τη μουσική αναπτύσσει τον εγκέφαλο,
διδάσκει την εργατικότητα και την πειθαρχία, μαθαίνει στον άνθρωπο να θέτει
διαρκώς υψηλότερους στόχους και να τους επιτυγχάνει βήμα προς βήμα.
Αν όμως μιλήσουμε σε μια πολύ μικρότερη κλίμακα, πιο συγκεκριμένα, θα
ήθελα πάρα πολύ να δω το μέλλον της κλασικής μουσικής στη νέα γενιά — στα
παιδιά και στους νέους που σήμερα κάνουν μόλις τα πρώτα βήματα της
καλλιτεχνικής τους πορείας.
Σε αυτούς θα αναλογεί όχι μόνο να διαφυλάξουν τη σπουδαία μουσική
κληρονομιά του παρελθόντος, αλλά και να τη μεταδώσουν στις επόμενες γενιές,
εμπλουτίζοντάς την με νέο περιεχόμενο και νόημα.
Γιατί το μέλλον της κλασικής μουσικής δεν εξαρτάται μόνο από το πόσοι
άνθρωποι θα πηγαίνουν στις αίθουσες συναυλιών, αλλά και από το ποιοι θα
ανεβαίνουν στη σκηνή σε δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια. Από το αν θα αναδειχθούν
νέοι, σπουδαίοι ερμηνευτές, ικανοί να εμπνέουν το κοινό όπως μας ενέπνευσαν οι
μεγάλοι μουσικοί του παρελθόντος.
Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα να ανακαλύπτουμε
μουσικά ταλαντούχα παιδιά, να τα βοηθάμε να αναπτύξουν το ταλέντο τους και να
δημιουργούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορέσουν να εξελιχθούν σε
πραγματικούς καλλιτέχνες.
Γιατί πίσω από κάθε μεγάλο μουσικό δεν βρίσκεται μόνο το ταλέντο, αλλά
και πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς, αφοσίωση στην τέχνη του, η στήριξη των
δασκάλων του και των ανθρώπων που κάποτε πίστεψαν στο μέλλον του.
Και θέλω να πιστεύω ότι ανάμεσα στα παιδιά που σήμερα κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη μουσική βρίσκονται εκείνα των οποίων τα ονόματα, σε μερικές δεκαετίες, θα είναι γνωστά και αγαπητά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου