Αλεξάνδρα Αγγελοπούλου: "Η ζωή μου, με έμαθε πως δεν μπορώ να έχω τα πάντα υπό έλεγχο και έτσι κάνω λιγότερα σχέδια με άγχος επίτευξης".
Με αφορμή τη βραβευμένη πορεία του μυθιστορήματος «40 Μέρες», η συγγραφέας Αλεξάνδρα Αγγελοπούλου μας παραχώρησε συνέντευξη, μιλώντας για το βιβλίο της, τις πηγές έμπνευσης και τον τρόπο με τον οποίο το ρεαλιστικό διασταυρώνεται με το υπερφυσικό στο έργο της. Να επισημάνουμε ότι παρουσιάζει το έργο της σε μια ξεχωριστή βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία τρόμου, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 17 Μαΐου στο Foyer Art Stage στο Περιστέρι, στο πλαίσιο ενός δυναμικού horror event που αναδεικνύει τη δύναμη του μεταφυσικού στοιχείου στη σύγχρονη αφήγηση.
Το «40 Μέρες» ξεκινά από έναν απρόσμενο θάνατο που φέρνει τη Μάριαν από το Λονδίνο στον Βόλο. Τι ήταν αυτό που σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή τη “μετατόπιση” από το αστικό, βόρειο περιβάλλον σε έναν τόπο φορτισμένο με μνήμη, παράδοση και θρύλους;
Τα ξαφνικά συμβάντα που σπάνε την εσωτερική σιγαλιά μας και ανατρέπουν
τον ρου της καθημερινότητας όπως σκεπτόμαστε πως θα είναι, πάντα μου
προκαλούσαν ενδιαφέρον. Η ζωή μου, με έμαθε πως δεν μπορώ να έχω τα πάντα υπό
έλεγχο και έτσι κάνω λιγότερα σχέδια με άγχος επίτευξης. Σκέπτομαι πάντα το κάτσε
να δεις πως θα πάει ή που θα πάει. Έτσι η πρωταγωνίστρια, που είχε πια μια
στρωμένη ζωή στο Λονδίνο, τρώει μια κεραμίδα στο κεφάλι και τρέχει πίσω στην
Ελλάδα, όπου κατηγορηματικά έλεγε δε θα γύριζε. Ποτέ μη λες ποτέ λοιπόν. Κα μάλιστα
γυρνάει για δυσάρεστο λόγο που θα την μπλέξει στα πολύ χειρότερα σενάρια που
πλέκει η ζωή.
Στο βιβλίο σας συνυπάρχουν το
ρεαλιστικό με το μεταφυσικό. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην αφήγηση μιας
καθημερινής πραγματικότητας και στην είσοδο σε έναν κόσμο όπου οι
“απροσδιόριστες δυνάμεις” καθορίζουν τις εξελίξεις;
Από μικρό παιδί είχα μια φιλοπεριέργεια για το μεταφυσικό. Με μάγεψε από το πρώτο λεπτό η ιστορίατου Χάρι Πότερ, όπου ο μαγικός κόσμος ήταν εγκιβωτισμένος μέσα στον ανθρώπινο. Άκουγα με τρόμο μα και με παράξενη τέρψη ιστορίες του τόπου μας για μάγια, στοιχειά και δαίμονες που κατοικούσαν σε απόμερα σημεία του ανθρώπινου κόσμου και επηρέαζαν πολλές φορές τις μοίρες των θνητών. Οπότε αποφάσισα να γράψω ένα σύγχρονο κείμενο όπου οι ήρωες ζουν στον 21ο αιώνα και απροσδιόριστες δυνάμεις καθορίζουν τις εξελίξεις. Α είμαι και φαν του μαγικού ρεαλισμού της Λατινικής Αμερικής σε λογοτεχνικό και σε εικαστικό επίπεδο οπότε αυτό βγαίνει στα δημιουργήματά μου.
Ο τίτλος «40 Μέρες»
παραπέμπει σε ένα χρονικό όριο με έντονο συμβολισμό σε πολλές παραδόσεις. Τι
σηματοδοτεί για εσάς αυτή η περίοδος μέσα στην αφήγηση και πώς λειτουργεί
δραματουργικά;
Οι 40 μέρες στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη σηματοδοτούν το χρονικό
πλαίσιο μέσα στο οποίο η ψυχή του νεκρού φεύγει σταδιακά από τη γη. Έτσι
χρησιμοποίησα αυτές τις 40 μέρες για να ζήσει μια μεταφυσική περιπέτεια η
πρωταγωνίστρια, όπου προσπαθεί να απελευθερώσει την ψυχή του θανόντος από τα
μάγια και τα δαιμόνια που θα τον κρατούσαν όμηρο στον υλικό φθαρτό κόσμο.
Η Μάριαν βρίσκεται αντιμέτωπη
με μια “αέναη μάχη του Καλού με το Κακό”. Πώς προσεγγίσατε αυτό το δίπολο ώστε
να μην μείνει αφηρημένο ή στερεοτυπικό, αλλά να γίνει βιωμένο μέσα από τις
σχέσεις των ηρώων;
Όλοι οι άνθρωποι ερχόμαστε σχεδόν καθημερινά αντιμέτωποι με το καλό και
το κακό, οπότε είμαστε και πολεμιστές σε αυτή τη μάχη. Κάποιοι φοράν την
πανοπλία του καλού και άλλοι του κακού. Η Μάριαν φόρεσε την πανοπλία του καλού
μαχόμενη για τα ιδανικά της που ήταν κατά της αδικίας, της κακίας, της
ματαιοδοξίας και της απληστίας του περίγυρού της. Είχε τόσο μεγάλη αγάπη στον
θείο της που πάλεψε ως το τέλος για να νικήσει το κακό, να δικαιωθεί η ψυχή του
και να επέλθει ισορροπία. Αναγκαστικά αγωνιζόμενη για όλα αυτά ήρθε αντιμέτωπη
με κοντινούς της ανθρώπους αλλά αυτό δεν την φόβισε στιγμή μπροστά στον στόχο
της. Είναι μια ηρωική δυναμική φιγούρα για μένα η Μάριαν, μια γροθιά στους
δειλούς της ζωής που φοβούνται να δράσουν.
Στο βιβλίο φαίνεται ότι οι
σχέσεις φιλικές και συγγενικές δοκιμάζονται σε ακραίες συνθήκες. Τι σας
ενδιαφέρει περισσότερο να αποκαλύπτετε για την ανθρώπινη φύση μέσα από την
πίεση και τον φόβο;
Αχ, αυτή η ανθρώπινη φύση και αυτές οι
ανθρώπινες σχέσεις, και δη οι συγγενικές… Μου λέει η
γιαγιά μου είσαι μοναχοπαίδι δεν έχεις έναν αδερφό ή μια αδερφή στη ζωή για
στήριγμα. Η ίδια η ζωή μου έχει αποδείξει ότι πολλές φορές είναι καλύτερα τα
αδέρφια που διαλέγουμε και φυσικά εννοώ τους φίλους μας. Και αυτοί βέβαια
μπορούν να μας προδώσουν αλλά δε μας ενώνουν κληρονομικά ζητήματα και
οικογενειακές καταστάσεις. Μέσα από στιγμές ακραίας θλίψης και πένθους
εμπνεύστηκα αυτή τη νουβέλα θέλοντας να θίξω τα κακώς κείμενα της ζωής του
θείου μου Σπύρου, που μας κοιτά από εκεί ψηλά.
Η Θεσσαλική γη και οι τοπικές
παραδόσεις φαίνεται να λειτουργούν σχεδόν ως “ζωντανός οργανισμός” της
ιστορίας. Πόσο σημαντικός είναι για εσάς ο τόπος ως φορέας μύθου και όχι απλώς
ως σκηνικό;
Κάθε τόπος στην Ελλάδα έχει τοπικές παραδόσεις, δεισιδαιμονίες και
ιστορίες τρόμου που μπορούν να γίνουν πηγή έμπνευσης. Και νομίζω αυτό ισχύει
και σε παγκόσμιο επίπεδο. Εμένα με συνεπήρε η λαογραφία τρόμου της θεσσαλικής
γης όταν έπεσε ένα σχετικό βιβλίο στα χέρια μου και από εκεί εμπνεύστηκα την
κυρά της Καταχνιάς και τις Καλότυχες νεράιδες. Επειδή ο παππούς μου είναι από
τη Σκαμνιά Ολύμπου του νομού Λαρίσης έχω περιηγηθεί σε όλη τη Θεσσαλία και μου
ήταν πιο εύκολο να χρησιμοποιήσω και το μέρος ως σκηνικό. Φυσικά προηγήθηκε και
έρευνα γιατί μου αρέσει πάντα να αποδίδω με ακρίβεια το μέρος που τοποθετώ τις
ιστορίες μου. Νομίζω αυτό δίνει μια ιδιαίτερη πινελιά και έναν χαρακτήρα. Για
παράδειγμα περιέγραψα με ακρίβεια και έκανα κομμάτι του στόρι έναν πραγματικό
τάφο από το νεκροταφείο Βόλου.
Η Μάριαν καλείται να
αντιμετωπίσει μια θυσία που θέτει το ερώτημα: θύμα ή θύτης; Πώς δουλέψατε αυτή
τη θολή ηθική περιοχή, όπου οι ρόλοι δεν είναι ξεκάθαροι;
Δε χρειάστηκε να τη δουλέψω. Μπήκα στη θέση της όπου σε τέτοιες περιπτώσεις
ο καθένας θα έμπαινε σε γκρίζα ζώνη καθώς κάποιες φορές οι ρόλοι του θύτη και του
θύματος δεν είναι ξεκάθαροι. Όλοι έχουν ευθύνες. Έτσι διάλεξα συμβολικά ένα
μαχαίρι να δίνει τη λύση. Είναι δίκοπο εξάλλου…
Το «40 Μέρες»
βραβεύτηκε στο FantasyFestival 2024. Τι σημαίνει για εσάς η αναγνώριση αυτή και
πώς πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό υποδέχεται σήμερα τη λογοτεχνία τρόμου με
μεταφυσικά στοιχεία;
Ντάξει θα πω το κλισέ. Δεν το περίμενα! Ήμουν στην ίδια κατηγορία με
καταξιωμένους συγγραφείς. Και βλέπω να μπαίνω στην πεντάδα. Λέω στη φίλη μου
Ιουστίνη Φιλιππίδου που καθόταν δίπλα μου «Αχ πάλι καλά ας είμαι έστω 3η».
Όταν είδα δεν ήμουν ούτε δεύτερη, ήμουν σίγουρη ότι δεν ήμουν πρώτη. Η
Ιουστίνη ήταν σίγουρη θα έχω βγει πρώτη
και ξεκίνησε να χειροκροτά πριν πουν το όνομα μου. Εγώ έμεινα. Ανέβηκα στη
σκηνή και δε μπορούσα να κρατήσω το μικρόφωνοκαι το βραβείο μαζί. Ήταν μια
τεράστια δικαίωση για εμένα συγγραφικά που παλεύω τόσο μέσα στις αντιξοότητες
και τις λυκοφιλίες του κλάδου αλλά και για την ψυχή του θείου μου που του το
έχω αφιερώσει και είναι ήρωας του βιβλίου. Είχα ορκιστεί όταν πέθανε σε ηλικία
49 χρονών ότι θα το έγραφα και ως γνωστόν ό,τι λέω το κάνω!
Τώρα όσον αφορά το ελληνικό κοινό, μιλάει από μόνο του το γεγονός ότι το
συγκεκριμένο φεστιβάλ μαζεύει χιλιάδες κόσμο κάθε χρόνο. Νομίζω ότι αυτό το
είδος λογοτεχνίας και τέχνης αρχίζει να αγκαλιάζεται από τους αναγνώστες που
είχαν συνηθίσει ξένους συγγραφείς να το υπηρετούν.
Βλάρα Αλεξία



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου