Θάνος Περιστέρης: "Η μεγαλύτερη σκηνοθετική πρόκληση ήταν η ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό της απαγωγής και στον παραλογισμό της κωμωδίας".
Το έργο γράφτηκε μέσα στη σκιά της οικονομικής κρίσης, όμως μοιάζει ακόμη εξαιρετικά επίκαιρο. Ποια στοιχεία θεωρείτε ότι κρατούν το κείμενο τόσο ζωντανό και αναγνωρίσιμο σήμερα στην ελληνική πραγματικότητα;
Το κείμενο δείχνει την αδυναμία των πολιτών απέναντι στο σύστημα. Ένα σύστημα που ευνοεί τους ισχυρούς, τους αφήνει συχνά ατιμώρητους και κερδισμένους. Αντίθετα, οι απλοί πολίτες όπως οι πρωταγωνιστές ( Μαρτζ και Μπαρτ) βιώνουν την ακρίβεια, την οικονομική κρίση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτό εντείνει τα αισθήματα της απόγνωσης, απογοήτευσης και της αντίληψης ότι ήμαστε έρμαια ενός άδικου συστήματος. Μαζί με την αναξιοκρατία του συστήματος το έργο θίγει έντονα και τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψεύδους στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Όλα τα παραπάνω αντικατοπτρίζονται στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Πώς διαχειριστήκατε σκηνοθετικά τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην πολιτική σάτιρα, την κοινωνική κωμωδία και το δράμα ώστε το χιούμορ να μην αποδυναμώνει τη σκοτεινή πλευρά του έργου;
Η σκηνοθεσία μου βασίστηκε σε αυτή την ισορροπία, στα όρια ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό. Το χιούμορ χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό όπλο για να σατιριστούν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας. Μέσω ανατροπών και παράλογων καταστάσεων που ζουν οι πρωταγωνιστές χλευάζεται ένα ολόκληρο σύστημα. Ο θεατής γελά με τις αστείες καταστάσεις που συμβαίνουν επί σκηνής. Όμως αυτές εναλλάσσονται γρήγορα με σκοτεινές αλήθειες και αυτό τον οδηγεί στον προβληματισμό. Ο θεατής βιώνει εναλλασσόμενα συναισθήματα και καταστάσεις, από το γέλιο στην συγκίνηση, από την χαρά στην λύπη, από τον ενθουσιασμό στον προβληματισμό σε ένα ηθικό δίλλημα.
Οι ήρωες είναι «καθημερινοί άνθρωποι» που οδηγούνται σε μια ακραία πράξη. Σας ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσετε την κοινωνική τους απόγνωση ή την προσωπική τους ηθική κατάρρευση;
Οι ήρωες είναι απλοί καθηερινοί άνθρωποι που λόγω της απόγνωσης τους κάνουν μια ακραία πράξη, απαγάγουν τον μεγαλύτερο τραπεζίτη της χώρας. Η ζωή τους έχει οδηγηθεί σε αυτό το σημείο που νιώθουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή. Αυτή τους όμως η πράξη οδηγεί και στην ηθική τους κατάρρευση. Οι δύο αυτές καταστάσεις (η κοινωνική απόγνωση και η ηθική κατάρρευση) των ηρώων συνδέονται και μτσι τις δούλεψα στις πρόβες.
Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς πάνω στην έννοια της εξαπάτησης και των συνεχών μετατοπίσεων των χαρακτήρων;
Μ τους ηθοποούς δουλψαμε πολύ τη μετατόπιση των χαρακτήρων από θύματα οι ήρωες έιναν θύτες και το αντίστροφο Οι πρωταγωνιστές ξεκινούν ως έντιμοι πολίτες και καταλήγουν απαγωγείς Ενώ ο τραπεζίτης από ένας άκαρδος ισχυρός καπιταλιστής γίνεται ένα ανίσχυρο θύμα. Αυτές οι μετατοπίσεις έπρεπε να δουλευτούν και να φανούν σταδιακά στους χαρακτήρες, όπως και έγινε.έγινε. .
Η εξαπάτηση στο έργο αναδεικνύεται καθώς το ψέμα χρησιμοποιείται ως μέσο επιβίωσης. Οι χαρακτήρες κρύβονται πίσω από ένα προσωπείο που σταδιακά όσο προχώρα η παράσταση καταρρέει. Η μεγαλύτερη εξαπάτηση όμως αποκαλύπτεται στο τέλος. Το ίδιο το σύστημα εξαπατά τους απαγωγείς που νομίζουν ότι έχουν τον έλεγχο μιας και όλοι είναι αναλώσιμοι και μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν.
Παρότι το έργο αφορά την εξουσία των τραπεζών και του χρήματος, στο κέντρο του βρίσκεται και η ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει ότι ξαναπαίρνει τον έλεγχο της ζωής του. Πόσο πολιτικό και πόσο υπαρξιακό θεωρείτε τελικά το έργο;
Το έργο είναι πολιτικό και υπαρξιακό ταυτόχρονα. Με μέσο την πολιτική συγκυρία καταφέρνει να φτάσει σε υπαρξιακά ερωτήματα. Πιο συγκεκριμένα είναι πολιτικό γιατί ασκεί κριτική στο σύστημα και αναδεικνύει την σύγκρουση ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους και τους ισχυρούς. Το υπαρξιακό κομμάτι φαίνεται όταν οι ήρωες διαβρώνονται ως άνθρωποι. Η απαγωγή τους έφερε αντιμέτωπους με τις αξίες, τους φόβους, τις ψευδαισθήσεις, την ηθική και την ταυτότητα τους. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει ίδιο μετά από μια πράξη όπως αυτή της απαγωγής.
Η απαγωγή λειτουργεί ως βασικός δραματουργικός άξονας, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει φόβους, απωθημένα και κοινωνικά αδιέξοδα. Ποια ήταν η μεγαλύτερη σκηνοθετική πρόκληση στη μεταφορά αυτής της έντασης στη σκηνή;
Η μεγαλύτερη σκηνοθετική πρόκληση ήταν η ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό της απαγωγής και στον παραλογισμό της κωμωδίας. Πώς θα αποτυπωθεί μια απαγωγή που συμβαίνει σε ένα σπίτι χωρίς εναλλαγές σκηνικού. Πως ενώ η απαγωγή είναι από μόνη της ένα βίαιο γεγονός θα μπορέσει να εναρμονιστεί με την πολιτική σάτιρα και την κωμωδία.
Το έργο γράφτηκε στην Ισπανία της κρίσης, όμως συνομιλεί έντονα με την ελληνική εμπειρία. Επιλέξατε να τονίσετε περισσότερο την «τοπική» ελληνική ανάγνωση ή να κρατήσετε μια πιο καθολική, ευρωπαϊκή διάσταση της ιστορίας;
Η ισπανική εμπειρία της οικονομικής κρίσης ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με αυτήν της ελληνικής. Η απόγνωση των απλών ανθρώπων, το παράλογο τραπεζικό σύστημα, τα δάνεια και η οικονομική δυσχέρεια είναι κοινά γεγονότα. Έτσι, χρησιμοποίησα την ευρωπαϊκή διάσταση ως καθρέφτη επιτρέποντας στον Έλληνα θεατή να δει την ιστορία του απλά με πιο αποστασιοποιημένη ματιά.
Ο τίτλος «Ο τραπεζίτης κερδίζει πάντα δύο φορές» είναι βαθιά ειρωνικός. Μετά τη δική σας σκηνική ανάγνωση, πιστεύετε πως στο τέλος υπάρχει πραγματικός νικητής ή ότι όλοι οι χαρακτήρες παραμένουν εγκλωβισμένοι στο ίδιο σύστημα;
Στο τέλος δεν υπάρχει κανένας πραγματικός νικητής. Όλοι οι χαρακτήρες παραμένουν εγκλωβισμένοι στο ίδιο σύστημα. Οι απαγωγείς διαβρώνονται από το σύστημα που πολεμούσαν και χάνουν το τελευταίο πράγμα που τους είχε απομείνει, την ηθική τους ακεραιότητα. Ο τραπεζίτης πιστεύει ότι κερδίζει όμως είναι απλά ένα πιόνι στο σύστημα που αντικαθίσταται αμέσως. Αν υπάρχει κάποιος νικητής είναι το ίδιο το σύστημα που τρέφεται από την απόγνωση των φτωχών και την απληστία των ισχυρών.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου