«Μειδίαμα»: Μαρίνα Κονδάκη και Ειρήνη Νιωτή για τον Καρυωτάκη, τη μνήμη και την απώλεια.

Στο «Μειδίαμα», ο Κώστας Καρυωτάκης επιστρέφει στη σκηνή μέσα από τα βλέμματα δύο γυναικών που τον αγάπησαν διαφορετικά: της Μαρίας Πολυδούρη και της μητέρας του, Κατίγκως Σκάγιαννη. Η Μαρίνα Κονδάκη και η Ειρήνη Νιωτή φωτίζουν δύο διαφορετικές όψεις του ποιητή, αλλά και τις προσωπικές διαδρομές δύο γυναικών που έρχονται αντιμέτωπες με την απώλεια, τη μνήμη και όσα μένουν ανοιχτά μετά τον θάνατο. Με αφετηρία τον Καρυωτάκη, η παράσταση συνομιλεί τελικά με διαχρονικά ερωτήματα για την αγάπη, την απώλεια, τις επιλογές και την ανθρώπινη ανάγκη να κατανοήσουμε τον άλλον.


To έργο «Μειδίαμα» επιλέγει να φωτίσει το Κώστα Καρυωτάκη μέσα από τα βλέμματα δύο γυναικών που τον αγάπησαν με διαφορετικό τρόπο. Τι αποκαλύπτει αυτή η οπτική για τον ίδιο αλλά και για την δύναμη της μνήμης;

Μαρίνα Κονδάκη: Οι γυναίκες αυτές προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό στη μνήμη τους το Καρυωτάκη με έναν επώδυνο τρόπο, ακροβατώντας ουσιαστικά μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαισθήσεων. Το οξύμωρο είναι ότι ο Καρυωτάκης είναι περισσότερο παρών στις ζωές τους μετά το θάνατο του. Αυτή η οπτική αναδεικνύει τόσο την επιδραστικότητα της πολυσχιδούς προσωπικότητας του ποιητή όσο και το τραύμα των δύο γυναικών που ετεροκαθορίστηκαν στη ζωή τους.

Ειρήνη Νιωτή: Ο Καρυωτάκης υπήρξε ένας μεγάλος ποιητής της γενιάς του 1920. Αυτό το γνωρίζουν όλοι για εκείνον. Οι δυο αυτές γυναίκες όμως, μας παρουσιάζουν άλλες πλευρές του μεσα από τα δικά τους μάτια. Η Μαρία Πολυδούρη, για παράδειγμα, μας μιλάει για το πως ήταν σαν σύντροφος καθώς και για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στην ζωή της . Η Σκάγιαννη μιλάει για το πως ήταν εκείνος σαν παιδί μέσα από τα μάτια μιας μάνας που δεν μπορεί να πιστέψει πως έθαψε το παιδί της. Ο Καρυωτάκης υπήρξε αυτοκαταστροφικός , και αυστηρός με τον εαυτό του αλλά είχε και κάποια γοητεία την οποία οι δύο γυναίκες αυτές θαύμαζαν σε εκείνον . Όσο για την λέξη μνήμη, ειναι μια απο τις βασικές στο έργο αυτό ,καθώς είναι σαν ένα σημάδι που μένει πάνω μας και δεν φεύγει . Κάποιες φορές μπορεί να ειναι μια όμορφη ανάμνηση και κάποιες φορές όχι ,όμως πάντα μένει μέσα μας και αρκετές φορές μπορεί να μας καθορίσει.

Η παράσταση αναζητά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι που μένουν πίσω διαχειρίζονται την απώλεια; Πόσο σας ενδιέφερε αυτή η διάσταση της ιστορίας;

Μαρίνα Κονδάκη: Σίγουρα είναι από τα βασικά ζητούμενα μας να μιλήσουμε με εύληπτο τρόπο για την απώλεια. Είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει κάθε άνθρωπο σε κάποια στιγμή της ζωής του. Όλοι έχουμε χάσει κάποιον ή κάτι και πενθούμε γι’ αυτό. Ακόμη και κομμάτια του εαυτού μας που θάβουμε μέσα μας. Ωστόσο, θα ήθελα να υπογραμμιστεί ότι τίποτα δε πεθαίνει μέσα μας όσο επιλέγουμε να το κρατήσουμε ζωντανό. Φέρουμε στο ακέραιο όλα και όσους μας στιγμάτισαν. Κι αυτό δεν μπορεί ούτε ο χρόνος να το εμποδίσει.

Ειρήνη Νιωτή: Η απώλεια είναι κάτι που είτε λίγο είτε πολυ την έχουμε βιώσει όλοι μας. Είναι ένας δύσκολος αποχωρισμός, ειδικά αν μιλάμε για πολυ κοντινό μας πρόσωπο, που ο καθένας το διαχειρίζεται διαφορετικά, στον δικό του χρόνο και περνάει απο κάποια στάδια. Συνήθως υπάρχει μία άρνηση που είναι και το πρώτο στάδιο της αντίδρασης στην απώλεια. Η απώλεια σε οδηγεί σε ένα σκοτάδι που σιγα σιγά, οταν φτάσεις πια στο στάδιο της συνειδητοποίησης και της αποδοχής, βγαίνεις προς το φώς ακόμα πιο δυνατός. Οι δύο γυναίκες στο έργο έχουν χάσει τον άντρα που πιο πολύ αγαπούσαν και ψάχνουν να βρούν το φως τους κρατώντας ζωντανή την ανάμνησή του μέσα τους.

Οι δύο ηρωίδες άλλοτε συγκρούονται και άλλοτε συγκλίνουν στις αναμνήσεις τους. Πως μπορεί η υποκειμενική μνήμη να αλλάξει την εικόνα που έχουμε για έναν άνθρωπο;

Μαρίνα Κονδάκη: Νομίζω ότι η εικόνα που έχουμε για τους ανθρώπους είναι έτσι κι αλλιώς υποκειμενική. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος είναι πραγματικά ο άλλος. Όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Στη παράσταση η σχέση που έχουν οι ηρωίδες με το Καρυωτάκη είναι έντονη και καθορίζει τον τρόπο που τον βλέπουν. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει η τάση της εξιδανίκευσης της εικόνας του. Και οι δύο ηρωίδες προβάλουν μέσα από αυτόν τα απωθημένα μιας σχέσης που διακόπτεται βίαια και χωρίς να το έχουν επιλέξει οι ίδιες.

Ειρήνη Νιωτή: Στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτό έχει να κάνει με την διαφορετική σχέση που είχαν οι δύο γυναικες αυτές με τον Καρυωτάκη αλλά και με τις διαφορετικές τους απόψεις για την ζωή. Η Πολυδούρη αναφέρεται στο πως της συμπεριφερόταν σαν ερωτικός σύντροφος και τι αντίκτυπο είχε αυτή η ερωτική- πλατωνική σχέση στην ζωή της. Η Σκαγιαννη παραθέτει σαν μάνα το πως ήταν ο γιος της και ποιες ήταν οι επιλογές του με τις οποίες άλλοτε εκείνη συμφωνούσε και άλλοτε διαφωνούσε. Για παράδειγμα , είχε αντίρρηση για την σχέση του με την Πολυδούρη γιατί εκείνη διέθετε πιο φιλελεύθερες απόψεις και δεν συμβάδιζε με τα πρέπει της εποχής με τα οποία είχε συνηθήσει να συμβιβάζεται η Σκάγιαννη. Η Πολυδούρη απο την άλλη, ακριβώς επειδή δεν υπήρξε ποτέ μάνα δεν μπορεί να γνωρίζει τι σημαίνει να βλέπεις το παιδί σου να βάζει μόνο του τον εαυτό του σε κίνδυνο και να μην μπορείς να κάνεις κάτι για να το σώσεις. Το κοινό τους όμως είναι ότι και οι δύο τον αγάπησαν πιο πολύ και από τον εαυτό τους.

Παρότι η δράση τοποθετείται στη δεκαετία του 1920, το έργο συνομιλεί έντονα με το σήμερα. Ποιες ομοιότητες θεωρείτε πιο ανησυχητικές ανάμεσα στις δυο εποχές;

Μαρίνα Κονδάκη: Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της παράστασης είναι ότι παρουσιάζει την οπτική δυο γυναικών οι οποίες ενώ έχουν μεγαλώσει με διαφορετικές προσλαμβάνουσες μοιράζονται ένα κοινό σημείο αναφοράς. Είναι εγκλωβισμένες σε μια εποχή που δεν επιτρέπει την πραγματοποίηση των αναγκών τους. Είναι ανησυχητικό ότι αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα. Οι πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων προσκρούουν σε μια δύσκαμπτη πραγματικότητα.

Ειρήνη Νιωτή: Το έργο αναφέρεται στην περίοδο 1920 με 1930. Είναι μια εποχή που ακούγοντάς την μας φαίνεται πολύ μακριά όμως είναι και πολυ κοντά σε εμάς. Αυτό γιατί έχουν αρκετά κοινά. Όπως για παράδειγμα , την απώλεια, το κοινωνικοπολιτικό χάος , οι διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα , οι δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις και ο τοξικός έρωτας. Ο Καρυωτάκης βίωνε το απόλυτο χάος κουβαλώντας ένα μπαούλο διαρκώς σαν μία βαλίτσα από μετάθεση σε μετάθεση, παράτησε την δικηγορία , το ίδιο και η Πολυδούρη ερχόμενοι αντιμέτωποι με την ύπαρξή τους . Το να ψάχνεις να βρεις την ταυτότητά σου και τι θέλεις να κάνεις στην ζωή σου μέσα στο χάος της κοινωνίας που βιώνουμε είναι κάτι που εμείς σαν νέοι προσπαθούμε να διαχειριστούμε .

Πως επιχειρεί η παράσταση να μεταφέρει την ματαίωση και την υπαρξιακή αγωνία της ποίησης του Καρυωτάκη στη σκηνή χωρίς να εγκλωβιστεί στη βιογραφική αφήγηση;

Μαρίνα Κονδάκη: Στη παράσταση δεν υπάρχει καθόλου ή έννοια της βιογραφικής αφήγησης της ζωής του ποιητή. Η βάση της παράστασης είναι το ποιητικό ισοδύναμο των εμπειριών του. Δηλαδή η εγγραφή των γεγονότων στη ψυχοσύνθεση του που τον οδήγησαν σε αυτό το τέλος. Σημασία έχει το πως διαχειρίστηκε τη σχέση του με τη Πολυδούρη και τη μητέρα του και όχι τα γεγονότα αυτά καθεαυτά.

Ειρήνη Νιωτή: Ουσιαστικά εμείς με αφορμή τον Καρυωτάκη , την ζωή του, το έργο του αλλά κυρίως μέσα από την απουσία του προσπαθούμε να φέρουμε πιο κοντά τόσο εμάς όσο και τους θεατές σε ανθρώπινα θέματα όπως αυτά που ανέφερα πιο πριν. Οι αναμνήσεις ,οι αμφισβητήσεις και οι εικόνες που δημιουργούν οι χαρακτήρες επι σκηνής μας φέρνουν πιο κοντά στο να καταλάβουμε μέσα από την δική τους οπτική την υπαρξιακή αγωνία μια μάνας για το παιδί της αλλά και μίας συντρόφου για τον σύντροφό της. Άρα με αφορμή τα ποιήματα και την ζωή του Καρυωτάκη ξεδιπλώνονται δύο διαφορετικοί χαρακτήρες με διαφορετικές προσλαμβάνουσες και διαφορετικό στόχο για την ζωή έχοντας πάντα όμως έναν κοινό παρονομαστή , τον Κώστα Καρυωτάκη.

Η Μαρία Πολυδούρη και η Κατίγκω Σκάγιαννη εκπροσωπούν δύο διαφορετικές μορφές αγάπης και απώλειας. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να δοθεί ισότιμα χώρος και φωνή και στις δύο;

Μαρίνα Κονδάκη: Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να δοθεί η δέουσα σημασία στην εμβάθυνση του χαρακτήρα της κάθε ηρωίδας. Οι γυναίκες αυτές καταλήγουν στο ίδιο σχεδόν σημείο ακολουθώντας όμως εντελώς διαφορετικές διαδρομές. Αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό στον θεατή από την είσοδο μας και μόνο με τρόπο ανάγλυφο και καθόλου περιγραφικό.

Ειρήνη Νιωτή: Οι δύο αυτοί διαφορετικοί χαρακτήρες έχουν δύο βασικές ιδιότητες. Η Σκάγιαννη έχει την ιδιότητα της μάνας και η Πολυδούρη της ‘’παρατημένης’’ συντρόφου. Άρα και οι δύο είχαν μια πολυ προσωπική σχέση με τον ποιητή και η καθεμία ήξερε μία συγκεκριμένη πλευρά του ίδιου. Οι δύο γυναίκες αυτές δεν εκπροσωπούν μόνο έναν διαφορετικό τρόπο αγάπης και απώλειας αλλά και έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και ιδεολογίας. Αυτό συμβαίνει και σήμερα είτε λόγο ηλικίας, είτε λόγω καταγωγής είτε λόγω διαφορετικών προσλαμβανουσών του καθενός ακόμα και όταν μιλάμε για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή μια συγκεκριμένη κατάσταση. Γιατί αν δεν ακούσεις και τις δύο πλευρές δεν μπορείς να έχεις ολοκληρωμένη άποψη για ένα θέμα ή ακόμα και για έναν άνθρωπο. Και αυτό είναι το ενδιαφέρον αλλά και ο λόγος για τον οποίο πρέπει να δοθεί ίσος χώρος και στις δύο για να κατανοήσουμε τις δύο διαφορετικές πλευρές , τους δύο διαφορετικούς κόσμους.

Το Μειδίαμα μοιάζει να θέτει το ερώτημα αν μπορούμε να κατανοήσουμε πραγματικά τις αποφάσεις ενός άλλου ανθρώπου. Πιστεύετε οτι η παράσταση δίνει απαντήσεις η αφήνει συνειδητά τα ερωτήματα ανοιχτά.

Μαρίνα Κονδάκη: Προσωπικά πιστεύω οτι δεν μπορούμε ποτέ σε απόλυτο βαθμό να κατανοήσουμε τις επιλογές των άλλων γιατί οι ζωές μας δεν μας επιτρέπουν να βρεθούμε στο ίδιο σημείο αναφοράς. Ακόμη κι αν κληθείς να πάρεις την ίδια απόφαση με τον άλλον, σίγουρα έχεις διαγράψει διαφορετική τροχιά. Το κίνητρο της απόφασης είναι πάντοτε ένα αίνιγμα. Η μαγεία του θεάτρου είναι ότι δεν δίνει απάντηση, απλώς αναδεικνύει το αίνιγμα.

Ειρήνη Νιωτή: Όσο καλά και αν γνωρίζουμε έναν άνθρωπο δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πάντα όλες τις επιλογές- αποφάσεις του είτε συμφωνούμε είτε όχι. Υπάρχουν φορές που και εμείς οι ίδιοι κάνουμε κάποιες επιλογές και δεν ξέρουμε γιατί ακριβώς τις κάνουμε αλλά τις ανακαλύπτουμε στην πορεία. Η παράσταση δίνει κάποιες απαντήσεις σε σχέση με τις ηρωίδες , τι ψάχνουν δηλαδή και τι πρέπει να αποδεχτούν. Όμως θέτουν και πολλά ερωτήματα για την ίδια την ζωή που μένουν αναπάντητα και περιμένουν να τα αναρωτηθεί και το κοινό μαζί τους, οπως αυτό που λέει η Πολυδούρη στο κείμενο: ‘’Αυτή είναι η ζωή μας και γύρω σαν περίφραξη ο θάνατος. Και τι μας μένει τελικά ; Ο προορισμός ή η διαδρομή;’’ . Γιατί πολύ απλά όσο ζούμε μαθαίνουμε και ερωτήσεις σαν αυτές τις θέτουμε στον εαυτό μας αλλά αργούμε ή δυσκολευόμαστε να τις απαντήσουμε.

Αν ο θεατής αποχωρήσει από τη παράσταση έχοντας κρατήσει μόνο μια σκέψη από το Καρυωτάκη, την Πολυδούρη ή συνολικά για τη σχέση ζωής, τέχνης και απώλειας, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;

Μαρίνα Κονδάκη: Μια παράσταση έχει κερδίσει το στοίχημα της εάν αποτελέσει τροφή για σκέψη, εάν ο θεατής αποχωρήσει κρατώντας κάτι από αυτή. Αυτός είναι για μένα ο στόχος. Ο,τι κι αν κρατηθεί είναι τεράστιο όφελος. Θα ήθελα βέβαια να περαστεί το μήνυμα ότι ο άνθρωπος μέσα από τις ματαιώσεις και τις απώλειες που διαχειρίζεται βγαίνει πάντα νικητής καθώς εμπλουτίζει το υλικό του. Οι ρωγμές μας είναι αυτές που μας φωτίζουν. 

Ειρήνη Νιωτή: Προσωπικά θα ήθελα να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε τόσο ισχυρές εικόνες που να μπορέσει το κοινό να βρεί τη δική του σύνδεση και να θυμηθεί κάτι δικό του το οποίο το έχει βιώσει και πλέον το αναγνωρίζει και το βλέπει λίγο διαφορετικά. Όλοι παλεύουμε με τα σκοτάδια μας όμως το να τα εντοπίζεις και να ρισκάρεις να τα αντιμετωπίσεις είναι μεγάλη υπόθεση και αυτο ακριβώς κάνουν και η Σκαγιαννη και η Πολυδούρη. Όπως λεει και η Πολυδούρη στο κείμενο ‘’Απο την στιγμή που άρχισα πρέπει να συνεχίσω. Να φτάσω στο τέρμα όπου αυτό πέφτει. ‘Ετσι βλέπω και τη ζωή. Δεν παραιτούμαι αν δεν έρθει το τέρμα’’. Αν ήταν λοιπόν οι θεατές να κρατήσουν κάτι θα ήθελα να ήταν να σκεφτούν λίγο διαφορετικά τη ζωή , να μην φοβούνται να ρισκάρουν , να αφήσουν πίσω όσα πέρασαν και να συνεχίσουν μέχρι να έρθει το τέρμα ,όπως λέω και εγώ πάντα με Επιμονή και Υπομονή.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Άλκη Ζέη «Η Μωβ Ομπρέλα» | Μια μαγική πτήση για μικρούς και μεγάλους, σε σκην. Δήμητρας Λαρεντζάκη | Από την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 | Θέατρο Πορεία

Διαβάσαμε και προτείνουμε: “Οι ασυγχώρητες”

1ο Φεστιβάλ Προφορικής Παράδοσης Κύθνου

"Ο Ανθρωπάκος" από τον Σπύρο Γραμμένο (στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος - μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος)