Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου: "Θα έλεγα ότι συνολικά η συγγραφέας έχει δώσει πολλή βάση στη δυναμική των χαρακτήρων που εξελίσσονται όχι αυτόνομα αλλά σε συνδυασμό η μία με την άλλη."
Η μετάφραση του «Ταϊβάν: Ημερολόγιο Ταξιδιού» γίνεται αφορμή για ένα ταξίδι όχι μόνο σε έναν διαφορετικό τόπο, αλλά και σε μια διαφορετική γλώσσα, ιστορία και πολιτισμική πραγματικότητα. Ο Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου μιλά για τις μεταφραστικές προκλήσεις του βιβλίου, την ανάγκη να διατηρηθεί η ιδιαίτερη ταυτότητα της Ταϊβάν και τον τρόπο με τον οποίο κάθε μετάφραση μπορεί να μεταμορφώσει ένα έργο σε ένα νέο κείμενο.
Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε στο «Ταϊβάν: Ημερολόγιο Ταξιδιού» και σας έκανε να θέλετε να το μεταφράσετε;
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το κείμενο που μου έστειλαν οι Εκδόσεις Βακχικόν άργησα πολύ μέχρι να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει, ποιος τελικά γράφει το βιβλίο, ποιος μεταφράζει κλπ. Αφότου άρχισα να συνειδητοποιώ τι είδους ανάγνωση πρέπει να γίνει, μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον. Καταλάβαινα πως ο μεταφραστής οποιασδήποτε γλώσσας γίνεται μέρος της ίδιας της συγγραφής. Και μάλιστα σκεφτείτε πόσο αυτό θα αλλάζει την εμπειρία από γλώσσα σε γλώσσα. Ποια θα είναι, δηλαδή η θέση ενός τούρκου μεταφραστή ή ενός ιταλού μεταφραστή, και τι επιλογές και προσθήκες θα κάνουν; Ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα για το τουρκικό και ιταλικό αναγνωστικό κοινό αντίστοιχα; Αυτό μου διέγειρε το ενδιαφέρον, κάνοντάς με να καταλάβω πως στην τελική κάθε νέα μετάφραση θα αποτελεί ένα πρακτικά νέο έργο με τα ίδια εργαλεία.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη μεταφραστική δυσκολία που συναντήσατε σε ένα βιβλίο τόσο δεμένο με την ταϊβανέζικη γλώσσα και κουλτούρα;
Πιστεύω ότι οι αμέτρητες (ναι, πραγματικά αμέτρητες) λέξεις τροφίμων, ζώων αλλά και πολιτισμικών εννοιών που συνάντησα, που δημιουργούσαν συνεχείς παύσεις για μελέτη. Ξέρετε, δεν ήταν μόνο ζήτημα να μεταφραστούν απλά οι έννοιες και οι λέξεις. Υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια να μην αδικηθεί ούτε η ταϊβανέζικη κουλτούρα, «σβήνοντας» τη χροιά της από το βιβλίο, ούτε να δημιουργηθεί ένα κείμενο πραγματικά ξένο —αν και στα ελληνικά— για τον ελληνόφωνο αναγνώστη.
Το βιβλίο έχει πολλές αναφορές σε φαγητά, γεύσεις, τοπία και καθημερινές συνήθειες. Πώς μεταφέρετε στον Έλληνα αναγνώστη κάτι που μπορεί να είναι εντελώς άγνωστο σε εκείνον;
Η αλήθεια είναι ότι πολλές τροφές (αν και όχι τα ίδια τα φαγητά) είναι κοινές. Για παράδειγμα υπάρχει και το χοιρινό, υπάρχει και το στιρφράι (ο τρόπος γρήγορου και δυνατού τηγανίσματος), υπάρχει κι ο λαγοκέφαλος (όχι βεβαία ο απόλυτα δηλητηριώδης γείτονάς μας, αν και της ίδιας οικογένειας). Όμως οι συνδυασμοί και οι συνταγές σίγουρα δεν είναι οικεία, όπως η σαλάτα με ρίζα μπαμπού ή η γλυκοπατάτα με τα παστά φύκια. Όλα αυτά, αν και εντελώς ανοίκεια, γίνονται κατανοητά από τον αναγνώστη. Επιδιώχθηκε να είναι έτσι, «παράξενες» συνταγές με υλικά γνωστά, έστω κι αν εδώ δεν τα τρώμε, παρά να γεμίσει το κείμενο με άγνωστες λέξεις που θα χρειάζονταν περισσότερες από τις ήδη πολλές εξηγήσεις. Τις τελευταίες, μάλιστα, δεκαετίες, είμαστε πιο εξοικειωμένοι με την κουζίνα των λαών της ανατολικής Ασίας. Ε, όπου κάτι ήταν εντελώς άγνωστο, πρόσθετα από κάτω κάποιο σχόλιο.
Φυσικά υπήρχαν και οι περιπτώσεις που πρέπει να καταλάβεις αν η τροφή ήταν αλμυρή ή γλυκιά, όπως σε ορισμένα τρόφιμα που απορείς αν τώρα είναι κεφτεδάκια ή μια άλλη ουσία που είναι επίσης πηχτό μίγμα· τηγανίζεται τώρα αυτό ή προκύπτει από ψήσιμο; Σε αυτό κάπως δεν βοηθούσε το κείμενο αυτούσιο και χρειαζόταν πολύ ψάξιμογια να καταλάβω. Μεγαλύτερος βοηθός ήταν οι εικόνες αλλά και οι συνταγές στο διαδίκτυο. Αλλά το σχόλιο παρέμενε ένας πολύ καλός σύμβουλος σε ορισμένες περίπλοκες περιπτώσεις. Άλλωστε η ίδια η μορφή του κειμένου μας κατεύθυνε σε αυτή την επιλογή.
Η σχέση των δύο γυναικών είναι γεμάτη λεπτές αποχρώσεις και πράγματα που δεν λέγονται. Πώς αποδίδεται αυτή η σιωπή και η υπόγεια ένταση στη μετάφραση;
Δεν ήταν απαραίτητα ζήτημα σιωπής, παρόλο που σίγουρα υπήρχε και αυτή. (Και μάλιστα συνοδευόταν από ένα εσωτερικό κύμα αμφιβολιών, συναισθημάτων, απογοητεύσεων, ελπίδων και ενός γενικού χάους εκ μέρους της Αογιάμα.) Ήταν περισσότερο ζήτημα γλωσσικής αποτύπωσης αυτής της σχέσης. Μην ξεχνάμε και την ταξική και εθνική θέση των δύο γυναικών, άρα και τη μεταξύ τους δυναμική. Όποτε αυτή αμβλυνόταν, αυτό διατυπωνόταν και μεταφερόταν με το σύστημα τιμητικών τίτλων που χρησιμοποιείται στα ιαπωνικά, όπως και με άλλους τρόπους που περισσότερο έχουν να κάνουν με την ελληνική διατύπωση (πχ πληθυντικός ευγενείας ή η έλλειψή του). Αυτές οι αλλαγές, αν παρατηρήσει κανείς, αν και δεν εκφράζονται απαραίτητα σε κάθε πρόταση του διαλόγου, σίγουρα διατρέχουν όλη τη μεταξύ τους σχέση και μάλιστα δεν είναι καν σταθερές. Μετασχηματίζονται όσο προχωράει το κείμενο, όσο εξελίσσονται ή παλινδρομούν σε πρότερες καταστάσεις οι χαρακτήρες.
Θα έλεγα ότι συνολικά η συγγραφέας έχει δώσει πολλή βάση στη δυναμική των χαρακτήρων που εξελίσσονται όχι αυτόνομα αλλά σε συνδυασμό η μία με την άλλη· αλληλοεξαρτώμενες, διαλεκτικά, αλλά πάντα και με γνώμονα το δικό τους υπόβαθρο η καθεμία.
Το μυθιστόρημα μιλά και για την ιστορία και την εξουσία στην Ταϊβάν. Πόσο σημαντικό ήταν να διατηρηθεί το ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο χωρίς να γίνει το κείμενο δύσκολο για τον Έλληνα αναγνώστη;
Από τα σημαντικότερα. Μην ξεχνάμε, όπως ανέφερα παραπάνω, ότι η ίδια η σχέση των δύο γυναικών βασίζεται σε αυτή την αντίθεση αποικιοκράτη–αποικιοκρατούμενου. Μάλιστα όλοι οι βασικοί χαρακτήρες περνάνε μέσα από αυτό το κόσκινο και οι μεταξύ τους σχέσεις, οι φόβοι τους, οι κινήσεις τους, οι αξιώσεις τους έχουν να κάνουν ακριβώς με την κατάσταση της Ταϊβάν της περιόδου.
Από την άλλη, η διαρκής ανάγκη να αναδειχθεί η διακριτή παρουσία του ταϊβανεζικού πολιτισμικού γίγνεσθαι, που αποτελούσε συστατικό στοιχείο του κειμένου (δεν μπορούσαμε δηλαδή να τα δούμε και να τα αποδώσουμε απλά μέσα από ένα ιαπωνικό φίλτρο, θα ήταν και λάθος και αδικία), έπρεπε να γειωθεί και στα δεδομένα που προσμένει ο ελληνόφωνος αναγνώστης. Ή και το ανάποδο: να δημιουργηθεί ακριβώς εκείνη η απόσταση που θα φέρει περισσότερο τον αναγνώστη στην Ταϊβάν κι όχι την Ταϊβάν στον αναγνώστη, αν γίνομαι κατανοητός. Σκοπός ήταν σε κάθε περίπτωση να μην γίνουν λαθροχειρίες που θα σβήσουν αυτό που διατρέχει όλο το κείμενο: την καταπίεση και την ιδιαιτερότητα της Ταϊβάν, τις σχέσεις των χαρακτήρων και τη μεταξύ τους δυναμική, ή ακόμα και το πώς η Ιαπωνίδα συγγραφέας απεσταλμένη του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού βλέπει «το πόπολο» σαν ένα γραφικό σύνολο για δική της τέρψη και κατανάλωση, έστω και «άθελά της». Είτε ακολούθησα τη μία οδό είτε την άλλη (κάθε κατάσταση θέλει συγκεκριμένη ανάλυση), ήταν στην προσπάθειά μου να κρατήσω αυτό το πλαίσιο.
Υπήρχαν λέξεις, εκφράσεις ή πολιτισμικά στοιχεία που σας δυσκόλεψαν ιδιαίτερα και χρειάστηκε να πάρετε δύσκολες μεταφραστικές αποφάσεις;
Ειλικρινά, απ’ άκρη σ’ άκρη. Πέραν των φαγητών και όσων προαναφέραμε, ειδικά στη γλωσσική διατύπωση των σχέσεων εξουσίας (σε τι βαθμό θα τις διατυπώσεις, πόσο συχνά, πότε θα αλλάζουν και με τι τρόπο), πρόβλημα ήταν και η απόδοση θεμάτων, εννοιών ή όρων που δεν εμφανίζονται στην ελληνική βιβλιογραφία.
Μία τέτοια περίπτωση ήταν η Ιαπωνική Μεγαλονησία, μία απόφαση που δεν μπόρεσα να πάρω παρά αφού είχα σχεδόν ολοκληρώσει τη μετάφραση του βιβλίου. Στα αγγλικά έχουμε την mainlandκαι τηνislandΙαπωνία (η κυρίως Ιαπωνία, όπως είναι γνωστή σήμερα, και η Ταϊβάν αντίστοιχα). Το πρόβλημα ήταν βασικά με το mainland. Όσα έβρισκα στα ελληνικά κατέγραφαν μια ενδοχώρα, μια ηπειρωτική Ιαπωνία κλπ, αλλά τίποτα δεν απέδιδε το γεγονός ότι πρόκειται για σύνολο νησιών. Ναι, μεγάλα νησιά, αλλά ειδικά όταν βρίσκονται δίπλα στη μεγαλύτερη ήπειρο του πλανήτη δεν μπορείς παρά να τα σκεφτείς και πάλι σαν νησιά. Δεν μου κολλούσε ούτε η ενδοχώρα, ούτε η ηπειρωτική Ιαπωνία (παρόλο που πολύ συγκαταβατικά είχα για εβδομάδες καταλήξει στο δεύτερο). Έπρεπε να βρεθεί ένας όρος απ’ όπου να προκύψουν και οι αντίστοιχοι δημογραφικοί όροι. Ο νησιώτης ήταν απλούστερο. Τι γίνεται όμως με τον mainland; Ηπειρωτικός; Ενδοχωρινός; Τη λύση μου την έδωσε τελευταία στιγμή η σκέψη των μεγαλονήσων της Μεσογείου. Εφόσον και στην ευρύτερη γειτονιά της Ιαπωνίας έχουμε την Πολυνησία και τη Μικρονησία, γιατί να μην μιλήσουμε για Μεγαλονησία όσον αφορά τα κυρίως νησιά της Ιαπωνίας, χωρίς δηλαδή τις αποικιακές της κτήσεις; Ας κρίνει ο καθένας τέτοιες αποφάσεις που μπορεί να υπάρχουν διάσπαρτες εντός του κειμένου. Σίγουρα όμως έπρεπε να παρθούν οι καλύτερες δυνατές που να βγάζουν και νόημα σε πολλαπλά επίπεδα.
Πόσο αλλάζει ένα βιβλίο όταν περνά από μια γλώσσα και έναν πολιτισμό σε έναν άλλο; Υπάρχουν πράγματα που θεωρείτε ότι δεν μπορούν να μεταφραστούν απόλυτα;
Αλλάζει έντονα. Και δεν είναι μόνο σημασιολογικό το ζήτημα. Είναι ταυτόχρονα και θέμα των πολιτισμικών δεδομένων και των γνώσεων που έχουν οι αναγνώστες σε κάθε γλώσσα. Ή από την άλλη μπορεί να κινδυνεύει να εξαφανιστεί ο διάλογος που θέλει κάποιος συγγραφέας να ανοίξει σχετικά με διάφορα πολιτικά ή πολιτιστικά ζητήματα. Στο Ταϊβάν: Ημερολόγιο ταξιδιού αυτό διατρέχει όλο το κείμενο.
Ιδιαίτερη δυσκολία αποτελούν οι μεταγραφές, δηλαδή η απόδοση με ελληνικά γράμματα και με το ελληνικό φωνητικό σύστημα γραμμάτων και φθόγγων που δεν εμφανίζονται καν στη δική μας γλώσσα. Αυτή η δυσκολία υπάρχει πάντα, και παρά τους «κανόνες» που μπορεί να βρει κανείς, οι κατευθύνσεις μετασχηματίζονται και ανάλογα με την εποχή και τις τάσεις.
Σκεφτείτε τώρα ένα ολόκληρο τονικό σύστημα που δεν βασίζεται όπως το δικό μας στον τονισμό μίας συλλαβής, αλλά εφαρμόζει ανιόντες, κατιόντες κλπ τονισμούς σε πλήθος συλλαβών μέχρι και στην ίδια τη λέξη. Ή τα μακρά φωνήεντα και το παχύ σ (sh). Πώς και πόσα να αποδώσεις σε ένα κείμενο που με τον τρόπο του επιβάλλει την ιδιαιτερότητα της γραφής και της προφοράς των γλωσσών στην Ταϊβάν; Πέρασαν πολλές ιδέες από το μυαλό μου, συνήθως ήταν υπερβολικό να υιοθετηθούν καθώς θα μετέτρεπαν το κείμενο σε τεχνικό κι όχι πια λογοτεχνικό.
Ένα που κράτησα, όμως, το κράτησα χάρη στην ποικιλομορφία των διάφορων διαλέκτων της ελληνικής. Για παράδειγμα σε ορισμένες διαλέκτους εμφανίζεται το παχύ σ (sh) το οποίο επέλεξα να γράψω όπως για παράδειγμα αποτυπώνεται στα κυπριακά· «σι» (ακολουθούμενου κάποιου φωνήεντος, πχ σιο για να αποδοθεί το sho).
Παρατυπία; Πιθανά. Όμως είναι μία ακόμη απόπειρα να αποδώσεις, έστω και ορθογραφικά στην τελική, αυτή την ιδιαιτερότητα που το πρωτότυπο έργο προσπαθεί να διατηρήσει, διακρίνοντας τα ταϊβανεζικά από τις άλλες γειτονικές γλώσσες.
Μετά την ολοκλήρωση της μετάφρασης, τι θα θέλατε να κρατήσει ο Έλληνας αναγνώστης από αυτό το ταξίδι στην Ταϊβάν;
Την όρεξή του, γιατί αν αποφασίσει να δοκιμάσει έστω και τα μισά από τα πιάτα (spoileralert, δεν είναι μόνο 12), θα την χρειαστεί στο ακέραιο.
Αλλά και πέρα από την πλάκα, είναι ένα εις βάθος ταξίδι σε μια περιοχή του πλανήτη που συνήθως βλέπουμε μέσα από το πρίσμα όσων την επιβουλεύονται (οι «δυτικοί» και «ανατολικοί» του πλανήτη). Αξίζει να δούμε αυτή την περιοχή και μέσα από τη δική της ιδιαιτερότητα, τη δική της ιστορία καταπίεσης, τη δική της κουζίνα, τη δική της γλώσσα.
Βλάρα Αλεξία

.webp)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου