Τάσος Ταλιανίδης:"Η κατάσταση που ερχόμαστε όλοι μας κατά την διάρκεια της παράστασης απαιτεί μια ενέργεια και μια συγκέντρωση όχι με σκοπό την “ερμηνεία” αλλά με σκοπό να οδηγηθούμε σε μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση με το κείμενο και τους χαρακτήρες".
«Άγριο Αίμα»
των Nurkan Erpulat και Jens Hillje
Ars Moriendi Theatre Group
Σκηνοθεσία: Θάνος Νίκας
Ο Μούζα είναι ο μαθητής που φέρνει το όπλο στην τάξη, μια πράξη ακραία, αλλά όχι ανεξήγητη. Πώς προσέγγισες ψυχολογικά αυτό το σημείο; Τον βλέπεις ως θύτη, θύμα ή κάτι πιο σύνθετο;
Θεωρώ πως η μία έννοια κάπως εμπεριέχει και την άλλη. Ο Μούζα για εμένα σίγουρα έχει υπάρξει θύμα και αυτός είναι ο λόγος που η βία είναι ο κύριος κώδικας επικοινωνίας του. Το γεγονός ότι κουβαλάει ένα όπλο μαζί του με έκανε να θέσω διάφορα ερωτήματα. Ο Μούζα δηλώνει πως δεν το κουβαλάει γιατί έχει ως κίνητρο να σκοτώσει κάποιον, και εγώ αυτό το πιστεύω. Μπορει ο Μούζα να είναι το “alpha male” πρότυπο της τάξης αλλά πάντα υπάρχει κάποιος που είναι πιο σκληρός και πιο επικίνδυνος στον κόσμο που ζει. Το όπλο ίσως να είναι η απάντηση σε κάποιο πρόβλημα που βιώνει.
Σε μια τάξη όπου η βία είναι σχεδόν γλώσσα επικοινωνίας, τι διαφοροποιεί τον Μούζα από τους υπόλοιπους μαθητές; Είναι πράγματι ο «πιο βίαιος» ή απλώς ο πιο ορατός;
Θα έλεγα και τα δύο. Η τάξη είναι ένα ναρκοπέδιο έτοιμο να ανατιναχθεί ανά πάσα ώρα και στιγμή και ο Μούζα συνεχώς “παίζει” με τις νάρκες. Έχει σωματική υπεροχή, δεν φοβάται να πει αυτό που σκέφτεται δυνατά ακόμα και αν προσβάλει κάποιον και δεν φοβάται κανέναν. Αυτοί οι παράγοντες τον κάνουν επικίνδυνο. Επιλέγει να αποδεικνύει καθημερινά γιατί κάνει κουμάντο μέσα στην τάξη. Δεν φοβάται να φανεί και αυτό του δίνει την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος δεν έχει κάτι να χάσει και αυτό τον καθιστά επικίνδυνο.
Η στιγμή που το όπλο πέφτει από την τσάντα λειτουργεί σαν σημείο μη επιστροφής. Πώς βιώνεις σκηνικά αυτή τη ρωγμή; Είναι ατύχημα, ασυνείδητη επιθυμία ή μια μορφή σιωπηλής έκκλησης για προσοχή;
Το όπλο ήταν κάτι που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί στους υπόλοιπους μαθητές ούτε και στην δασκάλα. Είναι ξεκάθαρα ένα ατύχημα το οποίο πρέπει να διορθωθεί αμέσως. Ο Μούζα, προσπαθει να κρατήσει την ψυχραιμία του και να λύσει την κατάσταση γρήγορα. Εκει πια ο λόγος του παίρνει την θέση του όπλου. Για εμένα σκηνικά είναι μια μικρή μεταστροφή από το ατίθασο παιδί στον επικίνδυνο άνδρα. Ηταν μια στιγμή που προσέξαμε και φροντίσαμε πολύ με τον Θάνο Νίκα και τους συναδέλφους μου. Ειναι και προσωπικά μια στιγμή του έργου που με συνδέει πολύ με τον Μούζα.
Το έργο συνομιλεί με το έργο «Οι Ληστές». Βλέπεις αναλογίες ανάμεσα στον Μούζα και τους ήρωες του Friedrich Schiller; Υπάρχει μέσα του ένας «αντι-ήρωας» που διεκδικεί δικαιοσύνη με στρεβλό τρόπο;
Όσο και αν προσπαθεί ο Μούζα να μην ταυτιστεί με τους Ληστές δεν τα καταφέρνει. Αυτά τα παιδιά δεν γεννήθηκαν κακά. Οι συνθήκες γύρω τους αποτέλεσαν τον παράγοντα να επιλέξουν αυτές τις “περσόνες”. Ο Μούζα βλέποντας τους συμμαθητές του να αλλάζουν, να δοκιμάζονται μέσα από το κείμενο του Schiller καταλαβαίνει ως ένα βαθμό την αξία και τον σκοπό της δασκάλας. Μπορεί και σε ένα βαθμό να μετανιώνει… Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος “ήρωας“ μέσα του, πάντως ξέρει πως όπως ο Καρλ Μοορ στο έργο των Ληστών έτσι και αυτός μετανιώνει και μπορεί να γίνει καλύτερος
Η δασκάλα επιχειρεί να επιβάλει τον ανθρωπισμό μέσα από τη βία. Πώς επηρεάζει αυτό τη σχέση του Μούζα με την εξουσία; Αντιδρά, υποτάσσεται ή καθρεφτίζει αυτή τη βία;
Η δασκάλα και ο Μούζα είναι οι αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος. Με την Μάρω Μαυροπούλου συνεχώς παίζεται ένα παιχνίδι υπεροχής αλλά και ένα παιχνίδι εξουσίας σωματικής αλλά και πνευματικής. Ο μόνος τρόπος να συνομιλήσει η δασκάλα με τον Μούζα είναι μέσω της ωμής βίας. Ο Μούζα συνεχώς αντιδρά στην εξουσία της δασκάλας αλλά και η Σόνια δεν κάνει στιγμή πίσω από την ώρα που παίρνει το όπλο στα χέρια της. Η κατάσταση που ερχόμαστε όλοι μας κατά την διάρκεια της παράστασης απαιτεί μια ενέργεια και μια συγκέντρωση όχι με σκοπό την “ερμηνεία” αλλά με σκοπό να οδηγηθούμε σε μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση με το κείμενο και τους χαρακτήρες. Όπως ακριβώς η δασκάλα και ο Μούζα, δηλαδή. Πιστεύω πως υπάρχουν στιγμές στο έργο που σκεφτόμαστε και εγώ και η Μάρω που υποδύεται την δασκάλα ότι κατά βάθος, ίσως να είμαστε και το ίδιο. Απλώς οι συνθήκες που ζούμε είναι τελείως διαφορετικές.
Πόσο σημαντικό ήταν για σένα να αποφύγεις τα στερεότυπα γύρω από τον «επικίνδυνο νέο» ή τον «παραβατικό μετανάστη»; Υπήρξαν στιγμές στην πρόβα που αναθεώρησες την αρχική σου ανάγνση του ρόλου;
Ήταν μεγάλη ευθύνη ο ρόλος του Μουζα ακριβώς για τον λόγο που προαναφέρατε. Δεν ήθελα ένα απλό στερεότυπο. Δυσκολεύτηκα πολύ αλλά δυστυχώς, είχα και έχω ένα συνεχές και γνώριμο υλικό προς μελέτη. Η βία στους νέους συνεχώς αυξάνεται. Καθημερινά ακούμε για περιστατικά bullying, για ξυλοδαρμούς που έχουν οδηγήσει και στον θάνατο μέσα και έξω από τις σχολικές αίθουσες, οπότε σημαντικό για εμένα ήταν να βρω μέσα από τον Μούζα την πτυχή του παιδιού. Κανένας μας δεν γεννήθηκε κακός όπως ανέφερα και προηγουμένως. Κάπου μέσα στον Μούζα υπάρχει ένα θυμωμένο και βαθιά θλιμμένο παιδί. Στις πρόβες πέρασα και από την φάση που τον απέδωσα στερεοτυπικά. Ο Θάνος Νίκας όμως, ήθελε το παραπάνω, το ίδιο και εγώ. Έπρεπε κατά μίαν έννοια να μεταμορφωθώ αρχικά εξωτερικά και μετά να βρω κομμάτια του ρόλου και να τον αγαπήσω και όσο έχω την τιμή να τον υποδύομαι θα προσπαθώ να τον αντιμετωπίζω πάντα με ειλικρίνεια και σεβασμό.
Το έργο θέτει το ερώτημα αν η ίδια η γλώσσα της «κουλτούρας» μπορεί να είναι βίαιη. Πώς το βιώνει αυτό ο Μούζα; Απορρίπτει τη γλώσσα της δασκάλας ή την κατανοεί ως έναν μηχανισμό αποκλεισμού;
Φυσικά και την απορρίπτει αλλά κυρίως την αμφισβητεί και την προκαλεί. Για ποια κουλτούρα μπορούμε να μιλήσουμε όταν η πραγματικότητα των παιδιών αυτών δεν έχει το περιθώριο για τις συγκεκριμένες πολυτέλειες; Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν την κατανοεί, αφού στο τέλος μέσα από το κείμενο των Ληστών ο Μούζα αγγίζεται διότι ο Schiller αναλύει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Βέβαια, κατά πόσο βίαιη μπορεί να είναι η κουλτούρα ενώ ο πραγματικός κόσμος εκεί έξω είναι πολύ πιο ωμός;
Αν έπρεπε να δώσεις μία φράση-κλειδί για τον Μούζα, κάτι που δεν λέγεται απαραίτητα στο έργο αλλά τον ορίζει, ποια θα ήταν;
Δεν υπάρχει ούτε μία στιγμή “ειρήνης και χαράς” στον δικό μου κόσμο. Δεν υπάρχει στο κείμενο, αλλά αυτή ήταν η έννοια η οποία με ξεκλείδωσε.
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου