Διαβάσαμε και προτείνουμε: «Ταϊβάν: Ημερολόγιο ταξιδιού» ης Γιανγκ Σιουάνγκ-τζι από τις εκδόσεις Βακχικόν

Το βιβλίο Ταϊβάν: Ημερολόγιο ταξιδιού» της Γιανγκ Σιουάνγκ-τζι από τις εκδόσεις Βακχικόν χρησιμοποιεί ένα ευρηματικό λογοτεχνικό παιχνίδι (τεχνική του εγκιβωτισμού): παρουσιάζεται ως ένα «χαμένο» ιαπωνικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο του 1938, το οποίο υποτίθεται ότι ανακάλυψε και μετέφρασε η Γιανγκ Σιουάνγκ-τζι στον 21ο αιώνα.

Τον Μάιο του 1938, η νεαρή και επιτυχημένη Γιαπωνέζα συγγραφέας Αογιάμα Τσίζουκο φτάνει στην Ταϊβάν για μια επίσημη περιοδεία διαλέξεων, προσκεκλημένη της αποικιακής κυβέρνησης. Η Τσίζουκο έχει ελάχιστο ενδιαφέρον για τα επίσημα, αποστειρωμένα αποικιακά συμπόσια. Έχει μια θρυλική, σχεδόν ακόρεστη όρεξη και επιθυμεί να δοκιμάσει την αυθεντική κουζίνα του δρόμου και τις παραδοσιακές γεύσεις του νησιού. Για να μετακινείται, προσλαμβάνει ως διερμηνέα μια νεαρή Ταϊβανέζα, την Τσίζουρου (ή Τσι-τσαν). Μαζί ταξιδεύουν με το τρένο σε όλο το νησί, δοκιμάζοντας τοπικά πιάτα (όπως ρύζι με σιγομαγειρεμένο χοιρινό και τσάι από χειμωνιάτικο πεπόνι). Η Τσίζουκο γοητεύεται από τη διερμηνέα της και επιδιώκει να έρθει πιο κοντά της, αναπτύσσοντας μια βαθιά, ρομαντική αλλά πλατωνική σχέση. Ωστόσο, η Τσίζουρου κρατά συνεχώς μια ανεξήγητη, ευγενική απόσταση. Μόνο μετά από έναν επώδυνο αποχωρισμό θα καταλάβει η Τσίζουκο το γιατί.

Το φαγητό αποτελεί την κεντρική μεταφορά του βιβλίου, έναν καθρέφτη των σχέσεων εξουσίας, της ταυτότητας και των παρεξηγήσεων ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς. Η Γιαπωνέζα συγγραφέας, η Τσίζουκο, έχει μια ακόρεστη, σχεδόν «τερατώδη» όρεξη για το φαγητό της Ταϊβάν. Αυτή η επιθυμία της να «καταβροχθίσει» και να απολαύσει κάθε τοπική γεύση αντανακλά την ίδια την αποικιοκρατία. Οι Ιάπωνες αποικιοκράτες κατέλαβαν τη γη, και «κατανάλωσαν» τους πόρους, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους της Ταϊβάν για τη δική τους ευχαρίστηση και όφελος. Η Τσίζουκο μπορεί να απολαμβάνει το φαγητό του δρόμου ως μια εξωτική εμπειρία, αλλά έχει την πολυτέλεια να το κάνει επειδή βρίσκεται σε θέση ισχύος.

Το τι τρώνε οι δύο γυναίκες και πώς το ερμηνεύουν αναδεικνύει το βαθύ χάσμα ανάμεσά τους. Για την Ιαπωνίδα συγγραφέα, οι γεύσεις της Ταϊβάν, όπως το λιπαρό χοιρινό ρύζι ή τα τοπικά γλυκά, είναι ρομαντικές, αυθεντικές και αποτελούν πηγή λογοτεχνικής έμπνευσης. Για την Ταϊβανέζα διερμηνέα, το φαγητό συνδέεται με την επιβίωση, την εργασία και την κοινωνική της τάξη. Όταν η Τσι-τσαν μαγειρεύει ή επιλέγει πιάτα για την εργοδότριά της, δεν το κάνει από καθαρή φιλοξενία, αλλά ως μέρος του καθήκοντός της να ικανοποιήσει τον «άποικο». Το φαγητό γίνεται μια γλώσσα όπου η μία πλευρά βλέπει ρομαντισμό και η άλλη επιβίωση.
Σε μια περίοδο (1938) όπου η Ιαπωνία προσπαθούσε να σβήσει την ταυτότητα της Ταϊβάν επιβάλλοντας τη γλώσσα και τα έθιμά της, η τοπική κουζίνα παρέμενε ένα από τα ελάχιστα καταφύγια των γηγενών. Τα πιάτα της Ταϊβάν, με τα έντονα αρώματα, τα μπαχαρικά και τις παραδοσιακές τεχνικές τους, αντιπροσωπεύουν όλα όσα η Ιαπωνία δεν μπορούσε να αφομοιώσει πλήρως. Το φαγητό γίνεται μια σιωπηλή μορφή πολιτιστικής αντίστασης. Παρόλο που οι Ταϊβανέζοι αναγκάζονταν να μιλούν ιαπωνικά στο σχολείο ή στη δουλειά, η γεύση και η μνήμη της πατρίδας τους παρέμεναν ζωντανές στο τραπέζι τους.
Η γαστρονομική διαδρομή των δύο γυναικών λειτουργεί ως ο προπομπός και ο καταλύτης για την κορύφωση και το ανοιχτό, γλυκόπικρο τέλος της ιστορίας. Καθώς το ταξίδι τους ολοκληρώνεται, το φαγητό μετατρέπεται από μέσο απόλαυσης σε ένα εργαλείο αποκάλυψης της σκληρής αποικιακής πραγματικότητας.
Η γαστρονομική διαδρομή των δύο γυναικών λειτουργεί τελικά ως κάτι περισσότερο από ένα ταξίδι στις γεύσεις της Ταϊβάν. Μέσα από το φαγητό, το τοπίο και τη σχέση τους, το βιβλίο μιλά για την εξουσία, την ταυτότητα, τη μνήμη και την ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει πραγματικά τον Άλλο. Η έξυπνη κατασκευή της αφήγησης προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στην ιστορία και καλεί τον αναγνώστη να ξαναδεί όσα διάβασε με διαφορετικό βλέμμα. Χωρίς να αποκαλύπτει τα χαρτιά του, το «Ταϊβάν: Ημερολόγιο ταξιδιού» αφήνει πίσω του μια γλυκόπικρη αίσθηση και μια ουσιαστική σκέψη για όσα γράφονται, όσα θυμόμαστε και όσα τελικά μένουν ζωντανά μέσα από τη λογοτεχνία.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Άλκη Ζέη «Η Μωβ Ομπρέλα» | Μια μαγική πτήση για μικρούς και μεγάλους, σε σκην. Δήμητρας Λαρεντζάκη | Από την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 | Θέατρο Πορεία

Διαβάσαμε και προτείνουμε: “Οι ασυγχώρητες”

1ο Φεστιβάλ Προφορικής Παράδοσης Κύθνου

"Ο Ανθρωπάκος" από τον Σπύρο Γραμμένο (στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος - μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος)