Πέτρος Παγουλάτος, Οδυσσέας Πανίδης ο παγωτατζής μιλουν στο Open Mind

Η θεατρική παράσταση Ο παγωτατζής σε σκηνοθεσία των Πέτρου Παγουλάτου και Οδυσσέα Πανίδη μετατρέπει έναν φαινομενικά αθώο χώρο καθημερινής απόλαυσης σε πεδίο υπαρξιακής σύγκρουσης, επιθυμίας και εξουσίας. Μέσα από μια γκροτέσκα και ποιητική σκηνική γλώσσα, το παγωτατζίδικο λειτουργεί ως μικρόκοσμος όπου οι ανθρώπινες ανάγκες, τα απωθημένα και οι σχέσεις κυριαρχίας απογυμνώνονται με ένταση και ειρωνεία. Ας δούμε τι μας είπαν οι σκηνοθέτες της παράστασης.


Η παράσταση ξεκινά μέσα σε έναν φαινομενικά “αθώο” χώρο, ένα παγωτατζίδικο. Τι σας ενδιέφερε σε αυτή τη σκηνική επιλογή, όπου η απόλαυση και η καθημερινότητα κρύβουν κάτι πιο υπόγειο;
Μας ενδιέφερε να εξερευνήσουμε το παγωτατζίδικο ως ένα πεδίο αποκάλυψης υπαρξιακών ανησυχιών. Ενώ στην καθημερινότητα συνήθως το παγωτατζίδικο αντιμετωπίζεται από τον μέσο άνθρωπο στην καλύτερη ως κάτι δεδομένο, στη χειρότερη ως κάτι το ευτελές, αν ανατραπούν στο ελάχιστο οι δυναμικές στον χώρο, μπορεί να γίνει αφορμή υπαρξιακής κρίσης για όλους τους εμπλεκόμενους.

Το παγωτό παρουσιάζεται εδώ όχι μόνο ως γεύση αλλά ως “εμπειρία επιθυμίας”. Πώς δουλέψατε σκηνοθετικά την ιδέα της επιθυμίας που δεν είναι πάντα αθώα ή ακίνδυνη;

Ήταν καίριο να βρεθεί αυτό: τι εκπροσωπεί το παγωτό για το κάθε πρόσωπο. Για έναν πελάτη για παράδειγμα, εκπροσωπεί τον έρωτα, τον πόθο, για μια πελάτισσα την αυτοπεποίθησή της, τη σιγουριά της πως ό,τι επιθυμεί μπορεί να το έχει ανά πάσα στιγμή. Αυτές οι θεματικές είναι παρούσες στο έργο και δουλειά της ομάδας ήταν να τις φανερώσει με τρόπο ανάγλυφο και ανατρεπτικό. Εν προκειμένω, πήραμε ως δεδομένο ότι το παγωτατζίδικο είναι ένας χώρος έκφρασης βαθύτερων επιθυμιών και απωθημένων και ως εκ τούτου δεν διστάσαμε να πάμε στα άκρα με τις υποκριτικές και σκηνοθετικές μας επιλογές. Το κάθε πρόσωπο διεκδικεί το «παγωτό» του με τον πιο θρασύ και γκροτέσκο δυνατό τρόπο, σε βαθμό που οδηγείται σε μη αναστρέψιμη ρήξη με τα υπόλοιπα πρόσωπα, αλλά έρχεται ταυτόχρονα αντιμέτωπο με τη συνειδητοποίηση ότι πιθανότατα ο ρόλος του μέσα στο παγωτατζίδικο να είναι ανούσιος και περιττός.

Ο “Παγωτατζής” λειτουργεί ως σταθερό σημείο μέσα σε ένα περιβάλλον που μοιάζει να μεταβάλλεται και να θολώνει. Τι ρόλο του δώσατε δραματουργικά: παρατηρητή, εκτελεστή ή κάτι πιο σύνθετο;

Ο Παγωτατζής υπάρχει σ’ ένα περιβάλλον που τον θέλει να ικανοποιεί τις επιθυμίες των πελατών και του αφεντικού του στον άκρατο βαθμό, χωρίς όμως να ξεπερνιούνται τα όρια μεταξύ πελάτη και υπηρέτη. Αυτό ωστόσο είναι κάτι αντιφατικό από μόνο του και γι’ αυτό στο έργο ο Παγωτατζής καλείται να αποφασίσει αν θα υπερβεί αυτόν τον υποτακτικό του ρόλο, ώστε να καλύπτονται και δικές του ανάγκες σ’ αυτό το πλαίσιο, να υπάρχει για τον ίδιο του τον εαυτό και όχι για τους άλλους.


Το κείμενο παίζει έντονα με τα όρια ανάμεσα στην ικανοποίηση και την υπερβολή. Πώς μεταφράζεται αυτή η ένταση στη σκηνική γλώσσα της παράστασης;

Η απάντηση για μας ήταν να τη μεταφράσουμε ως σκηνική υπερβολή. Δεν αποφύγαμε τις τολμηρές επιλογές και ούτε προσπαθήσαμε να εξωραίσουμε τα αιχμηρά σημεία του κειμένου. Εφόσον το κείμενο μάς οδηγούσε στο γκροτέσκο, προσπαθήσαμε να το αγκαλιάσουμε.

Υπάρχει η αίσθηση ότι “κάτι αρχίζει να λιώνει” καθώς προχωρά η ιστορία. Πώς αποδώσατε αυτή τη σταδιακή διάλυση ισορροπιών σε επίπεδο ρυθμού, εικόνας και υποκριτικής;

Για αρχή, ήταν απαραίτητο να βρεθεί μια ρεαλιστική βάση για να λειτουργήσουμε μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη, δηλαδή να αντισταθούμε στο αφαιρετικό πλαίσιο του έργου. Το έργο βρίθει ποίησης και αλληγορικών νοημάτων και μεις προσπαθήσαμε να βρούμε ποια είναι τα πρακτικά διακυβεύματα αυτών των προσώπων για να αποδώσουμε στην αρχή ένα πιο «ρεαλιστικό» περιβάλλον, που μπορεί να γίνει πιστευτό. Εκεί είναι που εισάγεται αρχικά ο θεατής, αναγνωρίζει τα παθήματα των προσώπων και σταδιακά εισπράττει οργανικά τα υπόλοιπα απρόοπτα του έργου που ξεφεύγουν κατά πολύ απ’ τα όρια του ρεαλιστικού ή του λογικοφανούς. Από πλευράς ρυθμού, επειδή το κείμενο είναι γεμάτο πυκνό λόγο, αποφασίσαμε ότι η παράσταση πρέπει να «αναπνεύσει». Γι’ αυτό και υπάρχουν σιωπηρές δράσεις που υπογραμμίζουν τη σχέση αφεντικού-παγωτατζή, χωρίς να μιλάει κανείς μέχρι να μπει ο πρώτος πελάτης. Μ’ αυτόν τον τρόπο χτίζεται μια φαινομενικά ήσυχη ατμόσφαιρα, αλλά που κρύβει κάτι ύποπτο πίσω της. Μετέπειτα, σιγά σιγά είναι έτοιμα τα πρόσωπα να βυθιστούν στον βαθιά ποιητικό λόγο του κειμένου, με την παράσταση να αυξάνει ρυθμό, τον λόγο να γίνεται όλο και πιο αφηρημένος και τις σκηνικές δράσεις και υποκριτικές επιλογές όλο και πιο ακραίες.

Το Αφεντικό φαίνεται να επεμβαίνει μόνο όταν “κάτι πάει πολύ λάθος”. Πώς δουλέψατε τη σχέση εξουσίας μέσα σε έναν χώρο που μοιάζει χαλαρός αλλά λειτουργεί με κανόνες;

Σημασία για το Αφεντικό έχει η αφοσίωση. Αν την εισπράττει, φαινομενικά μπορεί να είναι το καλύτερο αφεντικό του κόσμου. Στην αρχή μάλιστα τον βλέπουμε γελαστό, να κάνει πλάκα με τον υπάλληλο και τους πελάτες και φυσικά να εκφράζει την αγάπη του στον Παγωτατζή. Έτσι κάνει τον Παγωτάτζη να νιώθει ξεχωριστός και να μένει σε μια δουλειά που φαίνεται να μην τον ικανοποιεί. Όταν όμως ο Παγωτατζής βρίσκει κάπου αλλού αυτό που θέλει, τότε είναι που το Αφεντικό νιώθει ότι η αφοσίωση κλονίζεται. Κι όταν επεμβαίνει, η σχέση εξουσίας γίνεται πιο ξεκάθαρη από ποτέ.

Η παράσταση μιλά για ανάγκες και επιθυμίες που συχνά δεν αναγνωρίζουμε συνειδητά. Πόσο σας ενδιέφερε να βάλετε τον θεατή σε μια θέση αναγνώρισης ή και αμηχανίας απέναντι σε αυτές;

Τα πρόσωπα στο έργο πηγαίνουν στα άκρα για να διεκδικήσουν αυτό που θέλουν. Το λένε ξεκάθαρα, χωρίς ντροπή, και είναι πρόθυμα να πέσουν πολύ χαμηλά γι’ αυτό, να εξευτελιστούν, να καταστραφούν, να πεθάνουν ακόμα. Είναι άτομα που αποφασίζουν καλώς ή κακώς να σπάσουν τον κλοιό των τύπων, της κοινωνικής ευπρέπειας και να ζήσουν στα άκρα. Η αμηχανία ενδεχομένως να προκύπτει αναπόφευκτα μετά από μια τόσο ολοκάθαρη ψυχική ξεγύμνωση. Η αναγνώριση όμως είναι πιθανώς μεγαλύτερο ζητούμενο. Ανεξαρτήτως της κατάληξης των προσώπων, ελπίζουμε ότι ο θεατής θα αναγνωρίσει πραγματικά πάθη σ’ αυτό που βλέπει και θα κρίνει ότι αξίζει να αμφισβητείς το περιβάλλον γύρω σου, να διεκδικείς και να συγκρούεσαι, αν θες να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου και τους γύρω σου.
Τελικά, τι θα θέλατε να μείνει στον θεατή φεύγοντας: η γλυκιά εμπειρία ενός “παγωτατζίδικου” ή η αίσθηση ότι πίσω από την απόλαυση μπορεί να κρύβεται κάτι πιο σκοτεινό και αποκαλυπτικό;
Πίσω από κάθε απόλαυση υπάρχει πάντα μια υπηρεσία, μια σχέση εξουσίας, μια μορφή εκμετάλλευσης, την οποία επιλέγουμε καθημερινά να παραβλέψουμε και να παραμερίσουμε στην άκρη του μυαλού μας, ώστε να μην συγχυζόμαστε και να μπορούμε να συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας, χωρίς να μας βαραίνει ακόμα ένα άγχος. Ίσως αυτό που θα θέλαμε είναι ο θεατής να αναγνωρίσει αυτή την ανισότητα. Αν όχι να κάνει κάτι γι’ αυτή, σίγουρα να μην την παίρνει ως δεδομένη.


Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χαριτίνη Ξύδη: "Ο χρόνος είναι η αιώνια πάλη των αντιθέτων και ταυτοχρόνως η ισορροπία τους".

Βασιλική Χρυσοστομίδου: "Η αυξανόμενη φτωχοποίηση των ανθρώπων σε συνδυασμό με την έκπτωση αρχών και αξιών, τους εξοικειώνει με τη φρίκη και τον θάνατο".

Νίκος Παπαδόπουλος: "Στις συνθέσεις μου αξιοποιώ τους λαϊκούς δρόμους και τους παραδοσιακούς ρυθμούς, εντάσσοντάς τους ενίοτε σε μια σύγχρονη παρουσίαση".

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ || Ο Στέφανος Κυριακίδης επιστρέφει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ύστερα από 52 χρόνια

Μαίρη Κλαμπούρα: "Πάντα είχα μια έντονη ροπή προς το σκοτάδι, όχι σαν άνθρωπος αλλά σαν καλλιτέχνης".

Είδαμε και προτείνουμε: «Το μαύρο κουτί» του Γιώργου Ηλιόπουλου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά