Ντένυ Μπουζιώτη: "Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ανεχτούμε τη διαφορετικότητα, αλλά να αμφισβητήσουμε το ίδιο το μέτρο που αποφασίζει ποιος θεωρείται κανονικός".
Με αφετηρία τη μύτη και όσα αυτή σημαίνει για το σώμα, την ταυτότητα και την εικόνα μας, η «Μύτη» της Ντένυς Μπουζιώτη εξετάζει τη σχέση μας με τη διαφορετικότητα και τα πρότυπα ομορφιάς. Σε μια εποχή όπου η εμφάνιση αξιολογείται διαρκώς, η παράσταση θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: πόσο ελεύθερες είναι τελικά οι επιλογές μας απέναντι στο σώμα μας;
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το
έργο «Η Μύτη» και γιατί επιλέξατε τη μύτη ως αφετηρία για να μιλήσετε για την
εικόνα και την αποδοχή του σώματος;
Θα έλεγα ότι το προσωπικό βίωμα αποτελεί μια αφετηρία, τοποθετημένο όμως στην ευρύτερη τάση παρεμβατικών αλλαγών που παρατηρώ γύρω μου. Η επιλογή της μύτης επηρεάστηκε, επίσης, από την Ανάσα του James Nestor, που αναδεικνύει την αξία της πολυπλεύρως, αλλά και από την ενασχόλησή μου με τη φαινομενολογία και τη γιόγκα. Βρήκα πολύ ενδιαφέρον το ότι ενώ η μύτη είναι ζωτικής σημασίας με τόσο πολυδιάστατη λειτουργία και σημειολογία(λ.χ. ως γνώρισμα εθνοτικής ταυτότητας), ο αισθητικός καπιταλισμός και η βιομηχανία της ομορφιάς την έχουν περιορίσει σχεδόν αποκλειστικά στην αισθητική της παρουσία.
Η δημιουργία του έργου ενισχύθηκε από την σύγχρονη εποχή όπου η παραποίηση πλέον χαρακτηρίζει το πρόσωπο της σύγχρονης γυναίκας μέσα από μια υπερβολή, η οποία προέρχεται από κακές αναπαραστάσεις του γυναικείου σώματος, όπως, λόγου χάριν, στην πορνογραφία. Εξού και τα πρησμένα χείλια, τα υπερμεγέθη νύχια κ.τ.λ. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν κατακλυστεί από δημοσιεύσεις ρινοπλαστικών όπου η μύτη του πελάτη-ασθενή παρουσιάζεται σχεδόν ως δυσμορφία που χρήζει άμεσης διόρθωσης, ενώ τα αποτελέσματα συγκλίνουν συχνά προς το ίδιο αισθητικό πρότυπο της «γαλλικής» μύτης. Η προσπάθεια να παρουσιάσουν τον μετεγχειρητικό πόνο ως αναγκαίο πέρασμα προς έναν καλύτερο εαυτό με έκαναν να αναρωτηθώ ποιος ορίζει τελικά αυτή την καλύτερη εκδοχή. Το έργο, εντούτοις, δεν καταδικάζει τη ρινοπλαστική ούτε αμφισβητεί το δικαίωμα ενός ανθρώπου να επέμβει στο σώμα του για αισθητικούς ή λειτουργικούς λόγους. Με ενδιαφέρει, όμως, να εξετάσω πόσο ελεύθερη είναι μια τέτοια επιλογή όταν διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς αξιολόγησης και ομογενοποίησης.
Η ηρωίδα βρίσκεται μπροστά στο
δίλημμα να αλλάξει για να ταιριάξει ή να παραμείνει ο εαυτός της. Ποια από τις
δύο επιλογές είναι τελικά πιο δύσκολη;
Νομίζω πως αμφότερες οι επιλογές φέρουν το δικό τους φορτίο προσδοκιών, ευθυνών και απογοητεύσεων κι αυτό έγκειται στο πώς έχει γαλουχηθεί το ίδιο το άτομο μέσα από την οικογένεια και μετέπειτα εμπειρίες του. Ωστόσο, σε μια κοινωνία που κινείται με σπασμωδικούς ρυθμούς προς την απομόνωση μέσα από την υπερέκθεση στα κοινωνικά δίκτυα, της απουσίας της αυτοαποδοχής και της ανάδειξης ενός πλαστικού ή ψηφιακού εξωραϊσμού, θεωρώ ότι το να παραμείνουμε πιστοί στις ηθικές μας αξίες και στον εαυτό μας, είναι ίσως πιο δύσκολο. Σχετικές έρευνες δείχνουν ότι δεν είναι απλώς η χρήση των κοινωνικών δικτύων που επηρεάζει την εικόνα του σώματος, αλλά κυρίως η έκθεση σε περιεχόμενο επικεντρωμένο στην εμφάνιση και η συνεχής σύγκριση του εαυτού με τους άλλους που οδηγούν στη δραματική αύξηση προβλημάτων ψυχικής υγείας και χαμηλής αυτοπεποίθησης. Παρ’ όλα αυτά, το «να παραμείνουμε ο εαυτός μας» είναι μια συνθήκη, η οποία είναι αρκετά ρευστή στο πέρασμα του χρόνου, καθώς όσο μεγαλώνουμε διαρκώς μεταβάλλεται η έννοια του εαυτού. Το θέμα είναι πόσο πιστοί παραμένουμε στο να θέτουμε τον εαυτό μας επίκεντρο της ανιδιοτελούς μας αγάπης και όχι της συμπάθειας των άλλων υπό όρους. Επομένως, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν οι αλλαγές μας προκύπτουν από προσωπική επιθυμία και ελεύθερη επιλογή ή από τον φόβο ότι, αν δεν αλλάξουμε, δεν θα είμαστε άξιοι αποδοχής.
Πόσο επηρεάζουν τη σχέση μας
με το σώμα μας τα πρότυπα ομορφιάς που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας;
Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα ερώτημα που πρέπει να θέσει ο καθένας μας τον εαυτό του ξεχωριστά. Εμένα με έχουν επηρεάσει σε ένα σημαντικό βαθμό κι από όσο μπορώ να φανταστώ, αυτό θα αποτελεί μια διαχρονική σχέση ανάμεσα στην ατομικότητα και το περιβάλλον της, το οποίο επηρεάζεται άμεσα από τις εκάστοτε τάσεις. Τα πρότυπα ομορφιάς, άλλωστε, μεταβάλλονται ιστορικά και πολιτισμικά. Σώματα ή χαρακτηριστικά που εξιδανικεύονται σε μία εποχή μπορεί σε μια άλλη να απαξιώνονται. Αυτό από μόνο του αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για ουδέτερα ή καθολικά κριτήρια, αλλά για κοινωνικά παραγόμενες αξίες. Βέβαια, αναγνωρίζουμε ότι σήμερα η έκθεση είναι συνεχής και μετρήσιμη μέσα από likes, σχόλια και αλγόριθμους που επαναλαμβάνουν συγκεκριμένα πρότυπα και η επίδραση που ασκείται είναι πολυπαραγοντική, καθώς εξαρτάται από το είδος του περιεχομένου, τον τρόπο χρήσης, την ηλικία, τις εμπειρίες και τις ευαισθησίες, αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον του κάθε ανθρώπου. Αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίζει είναι η υγεία του σώματός μας, η οποία αντανακλάται και στην ομορφιά του και όχι το αντίστροφο δηλαδή, το να επεμβαίνουμε στο σώμα για χάρη του εκάστοτε κοινωνικά προσδιοριζόμενου κανόνα ομορφιάς ίσως βλάπτοντας ανεπανόρθωτα τη φυσική ισορροπία του οργανισμού μας.
Στο έργο υπάρχουν σχόλια,
αναμνήσεις και τραυματικές εμπειρίες. Πόσο βαθιά μπορούν να μας επηρεάσουν τα
λόγια των άλλων για την εμφάνισή μας;
Τα λόγια των άλλων μπορούν να ασκήσουν έντονη επιρροή, αλλά θα έλεγα ότι αυτό μπορεί να αποτραπεί σημαντικά όταν το οικογενειακό περιβάλλον έχει ενδυναμώσει το άτομο από νωρίς. Παρότι, όμως, η οικογενειακή αποδοχή και η συναισθηματική ασφάλεια αποτελούν προστατευτικούς παράγοντες, δεν δημιουργούν απαραίτητα έναν άνθρωπο άτρωτο απέναντι στην απόρριψη ή στον εξευτελισμό. Ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία, όταν η εικόνα του εαυτού βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση, η συστηματική κοροϊδία για φυσικά χαρακτηριστικά συνδέεται με άγχος γύρω από την εμφάνιση και ευαισθησία στην απόρριψη. Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε προσβλητικό σχόλιο αποτελεί αυτομάτως τραύμα. Το τραύμα δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός, αλλά από τη συχνότητα και τον τρόπο με τον οποίο αυτό βιώνεται και εγγράφεται στη ζωή του ατόμου.
Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο πολύ
να αποδεχτούμε κάτι που μας κάνει διαφορετικούς από τους άλλους;
Γνωρίζουμε ότι η ανάγκη του ανήκειν είναι βαθιά ανθρώπινη. Η δυσκολία αρχίζει όταν η αποδοχή από την ομάδα εξαρτάται από τη συμμόρφωση προς ένα συγκεκριμένο πρότυπο. Τότε, ενδέχεται κάποια χαρακτηριστικά (λ.χ. το χρώμα ή το βάρος) να μην βιώνονται απλώς ως ατομική παραλλαγή, αλλά ως απειλή αποκλεισμού. Η ομοιομορφία μάς προσφέρει συχνά την ψευδαίσθηση της προβλεψιμότητας και του ελέγχου. Αυτό που ταξινομείται εύκολα φαίνεται λιγότερο απειλητικό. Το ερώτημα, όμως, είναι ποιος ορίζει το «διαφορετικό» και σε σχέση με ποιο πρότυπο. Ακόμη και στην ίδια τη φύση δεν συναντούμε ομοιομορφία, αλλά ποικιλομορφία. Κανένας κορμός δέντρου δεν είναι απολύτως ίδιος με έναν άλλον, ακόμη και όταν ανήκουν στο ίδιο είδος.
Όπως γράφω και στον πρόλογο της Μύτης, «η έννοια της διαφορετικότητας […] δεν προκύπτει ως αυθύπαρκτο ή φυσικό φαινόμενο, αλλά συγκροτείται ιστορικά ως κοινωνική κατηγορία». Η σωματική ποικιλία είναι πραγματική· η μετατροπή, όμως, μιας παραλλαγής σε «απόκλιση» και μιας απόκλισης σε κατωτερότητα είναι κοινωνική και πολιτική διαδικασία. Η έννοια της διαφοράς μπορεί έτσι να λειτουργήσει ως μηχανισμός διάκρισης ανάμεσα σε ένα υποτιθέμενα κανονικό Εγώ και σε έναν Άλλο που γίνεται ορατός μόνο επειδή δεν ανταποκρίνεται στο κυρίαρχο πρότυπο. Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ανεχτούμε τη διαφορετικότητα, αλλά να αμφισβητήσουμε το ίδιο το μέτρο που αποφασίζει ποιος θεωρείται κανονικός.
Το κοινό γίνεται μέρος μιας
αισθητηριακής και συλλογικής εμπειρίας. Τι θέλετε να νιώσει ο θεατής και όχι
απλώς να καταλάβει;
Εκφράσατε έναν από τους στόχους μου πολύ εύστοχα ήδη από την ερώτηση. Δεν θεωρώ, όμως, ότι πρέπει να εκπαιδεύσουμε το κοινό να αισθάνεται, σαν να έχει χάσει αυτή την ικανότητα, ούτε ότι το συναίσθημα και η κατανόηση είναι δύο αντίθετες λειτουργίες. Από φαινομενολογική σκοπιά, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από το σώμα μας, καθώς οι φυσικές μας αντιδράσεις και τα συναισθήματά μας συμμετέχουν ήδη στον τρόπο με τον οποίο παράγουμε νόημα.
Ο χορός, το σωματικό και το μεταδραματικό θέατρο ή η performance εκθέτουν αυτή τη διάσταση, επειδή δεν στηρίζονται αποκλειστικά στον λόγο και στη γραμμική αφήγηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το συμβατικό θέατρο δεν προσλαμβάνεται σωματικά· κάθε ζωντανή παράσταση είναι μια ενσώματη συνάντηση. Οι συγκεκριμένες μορφές, όμως, μας καλούν πιο άμεσα να διαβάσουμε με τις αισθήσεις, τον ρυθμό και την κιναισθητική μας αντίληψη.
Στη Μύτη, με ενδιαφέρει ο θεατής να περάσει από διαφορετικές συναισθηματικές καταστάσεις (emotionalstates) που ίσως του επιτρέψουν να αναγνωρίσει τη δική του θέση μέσα στον μηχανισμό του κοινωνικού βλέμματος. Μέσα από μια πολυαισθητηριακή δραματουργία μπορώ να διαμορφώσω τις συνθήκες της εμπειρίας, όχι όμως να προκαθορίσω το αποτέλεσμά της για τον κάθε θεατή (ή και αναγνώστη) ξεχωριστά, εφόσον ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, βιώματα και αντίληψη διαφοροποιώντας την πρόσληψη υποκειμενικά. Αν η παράσταση αφήσει ένα σωματικό ή συναισθηματικό ίχνος που θα συνεχίσει να μετασχηματίζεται μετά το τέλος της, τότε έχει δημιουργηθεί μια ουσιαστική εμπειρία.
Μπορεί το θέατρο να βοηθήσει
έναν άνθρωπο να δει διαφορετικά το σώμα και τον εαυτό του;
Ναι, πιστεύω ότι μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια τέτοια μετατόπιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επίδραση είναι αυτόματη ή ίδια για όλους. Η έρευνα στις παραστατικές τέχνες δείχνει ότι η ενσώματη συμμετοχή μπορεί να ενισχύσει τη συναισθηματική εμπλοκή, την αναστοχαστική σκέψη και, υπό ορισμένες συνθήκες, την ενσυναίσθηση. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή γιατί το θέατρο δεν συνιστά εξ ορισμού θεραπεία και η θέαση μιας παράστασης δεν εγγυάται ηθική ή ψυχολογική αλλαγή. Η επίδρασή του εξαρτάται και πάλι από διαφορετικές συνιστώσες όπως η σκηνοθεσία, ο τρόπος συμμετοχής και η προσωπική εμπειρία του θεατή.
Εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια, η έρευνα και η καλλιτεχνική μου πρακτική εστιάζουν στη φαινομενολογική προσέγγιση του σώματος, στην ψυχοσωματική εκπαίδευση του ερμηνευτή και στη μη λογοκεντρική performance. Στο Φαινομενολογικό Μοντέλο Παραστασιακής Πρακτικής (PMPP) που έχω αναπτύξει, η υποκειμενική, βιωμένη εμπειρία του συμμετέχοντος βρίσκεται στο κέντρο της ερευνητικής διαδικασίας. Το σώμα δεν αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο που απλώς παρατηρούμε ούτε ως εργαλείο που εικονογραφεί ένα έτοιμο νόημα· είναι ο τόπος (ή αν μου επιτραπεί ο όρος, το ενδοσύμπαν) μέσα από τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, αισθανόμαστε και συγκροτούμε τον κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, το θέατρο μπορεί να μας βοηθήσει να μετακινηθούμε από το «πώς φαίνεται το σώμα μου;» στο «πώς βιώνω και κατοικώ το σώμα μου;». Αυτή η μετατόπιση δεν λύνει αυτομάτως τις συγκρούσεις μας με την εμφάνιση, αλλά μπορεί να ανοίξει έναν διαφορετικό τρόπο αυτοαντίληψης.
Αν μπορούσατε να κρατήσετε μία μόνο σκέψη από τη «Μύτη» για τον θεατή, ποια θα θέλατε να είναι;
Ότι η αποδοχή της μοναδικότητάς μας δεν θα πρέπει να μας απομονώνει από τους άλλους. Αντίθετα, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε και τη δική τους μοναδικότητα, χωρίς να απαιτούμε να χωρέσουν όλοι στο ίδιο καλούπι.
Βλάρα Αλεξία
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου