Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Η Τέχνη του να μην πεθάνεις», η Σεμίνα Διγενή μιλά για ένα έργο όπου η Ιστορία, η μνήμη και η ανθρώπινη ύπαρξη συναντιούνται σε έναν αλληγορικό κόσμο έξω από τα όρια του χρόνου. Μέσα από τον συμβολικό «κόκκινο ουρανοξύστη», ιστορικές προσωπικότητες αποκτούν ξανά ανθρώπινη διάσταση και συνομιλούν με τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, της απώλειας, της ελευθερίας και της συλλογικής ευθύνης.
Η «Τέχνη του να μην πεθάνεις» τοποθετεί τους ήρωες σε έναν ουρανοξύστη, όπου ο χρόνος έχει διαταραχτεί και η Ιστορία μοιάζει να έχει ανασταλεί. Πώς γεννήθηκε αυτή η αλληγορική αρχιτεκτονική του έργου;
Η ιδέα γεννήθηκε από μια εμμονή που με συνοδεύει χρόνια, ότι ο χρόνος είναι ίσως ο μεγαλύτερος λογοκριτής της Ιστορίας. Χωρίζει ανθρώπους που θα έπρεπε να είχαν συναντηθεί, διακόπτει συζητήσεις πριν ολοκληρωθούν, σβήνει εξομολογήσεις που σχεδιάστηκαν. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να εκδικηθώ τον χρόνο. Να του αφαιρέσω την εξουσία.
Έτσι γεννήθηκε ο κόκκινος ουρανοξύστης. Ένα κτίριο που δεν υπακούει ούτε σε ημερολόγια, ούτε σε αιώνες. Εκεί, ο θάνατος δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής, αλλά η αρχή μιας μεγάλης συνομιλίας. Οι ένοικοί του δεν κατοικούν, επειδή πέθαναν. Κατοικούν επειδή εξακολουθούν να έχουν κάτι επείγον να πουν.
Δεν ήθελα να φτιάξω έναν μεταφυσικό παράδεισο, ούτε ένα λογοτεχνικό μουσείο προσωπικοτήτων, ούτε φυσικά έναν τόπο των νεκρών, αλλά έναν τόπο ανεκπλήρωτων συναντήσεων.
Ήθελα να δημιουργήσω έναν τόπο, όπου η Ιστορία βγάζει το επίσημο κοστούμι της, κάθεται στην κουζίνα, πίνει καφέ, διαφωνεί, θυμώνει, ερωτεύεται, αυτοσαρκάζεται. Έναν τόπο όπου οι διάσημοι παύουν να είναι αγάλματα και ξαναγίνονται άνθρωποι.
Και ίσως αυτός ο ουρανοξύστης να μην βρίσκεται τελικά κάπου «εκεί». Ίσως να υπάρχει μέσα σε όλους μας. Είναι ο χώρος όπου συνυπάρχουν οι μνήμες μας, οι ήρωές μας, οι ήττες μας και όλα όσα αρνούνται να πεθάνουν.
Τι σας ενδιέφερε περισσότερο στη συνάντηση ιστορικών προσωπικοτήτων μέσα σε έναν κοινό, εκτός χρόνου χώρο;
Να τους στερήσω την προτομή τους. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τα πρόσωπα της Ιστορίας μέσα από αγάλματα, διηγήσεις, φωτογραφίες και αποφθέγματα. Εμένα με ενδιέφερε η στιγμή που κατεβαίνουν από το βάθρο. Πώς γελούν, πώς θυμώνουν, πώς αμφιβάλλουν, πώς φοβούνται. Η Ιστορία γίνεται πραγματικά συναρπαστική όταν οι ήρωές της παύουν να είναι σταρ ή κάτι ιδιαίτερο και ξαναγίνονται άνθρωποι.
Με συγκινούν περισσότερο οι συναντήσεις που δεν έγιναν ποτέ από εκείνες που έγιναν. Κι ευτυχώς η λογοτεχνία έχει αυτό το μοναδικό προνόμιο, μπορεί να διορθώνει τις αδικίες του χρόνου.
Με γοήτευσε η ιδέα να βάλω στο ίδιο ασανσέρ ανθρώπους που τους χώριζαν δεκαετίες, χώρες, ιδεολογίες, ακόμη και ο ίδιος ο θάνατος. Τι θα έλεγαν αν συναντιούνταν χωρίς μικρόφωνα, χωρίς κοινό, χωρίς την αγωνία της υστεροφημίας; Ποιος θα άλλαζε γνώμη; Ποιος θα ζητούσε συγγνώμη; Ποιος θα υπερασπιζόταν μέχρι τέλους τις επιλογές του; Ποιος θα γελούσε με τον ίδιο του τον μύθο;
Αυτό που με ενδιέφερε, όμως, περισσότερο ήταν να αφαιρέσω από αυτούς τους ανθρώπους τη βαρύτητα του ονόματός τους.Ήθελα να τους γνωρίσω στις στιγμές που δεν τους περιέγραφε κανένα βιβλίο Ιστορίας ή ρεπορτάζ. Την ώρα της αμφιβολίας. Της μοναξιάς. Του χιούμορ. Της ήττας. Γιατί εκεί βρίσκεται η αλήθεια κάθε ανθρώπου.
Και πιστεύω ότι ο αναγνώστης αναγνωρίζει πολύ πιο εύκολα τον εαυτό του σε έναν μεγάλο άνθρωπο που φοβάται, παρά σε έναν ήρωα που δεν λυγίζει ποτέ.
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα σε χιούμορ, φιλοσοφία και δυστοπία. Πώς διαχειριστήκατε αυτή την υβριδική ισορροπία, ώστε να μην χαθεί η συνοχή της αφήγησης;
Δεν τη διαχειρίστηκα εγώ. Η ίδια η ζωή το έκανε.Ακολούθησα τον τρόπο που λειτουργεί η ίδια η ζωή. (που είναι και παράλογη...) Μπορεί να σου χαρίσει το πιο δυνατό γέλιο, την ίδια μέρα που σε δοκιμάζει πιο σκληρά. Μπορεί μια αστεία κουβέντα να σε σώσει από την απόγνωση και μια φιλοσοφική σκέψη να γεννηθεί μέσα σε μια απολύτως καθημερινή στιγμή. Γιατί λοιπόν να είναι μονοδιάστατη η λογοτεχνία;
Το χιούμορ, για μένα, δεν είναι διάλειμμα από τη σοβαρότητα, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να κοιτάζεις την τραγωδία χωρίς να της παραδίνεσαι. Το χιούμορ είναι η πιο ευγενική μορφή αντίστασης και η φιλοσοφία η πιο επίμονη μορφή περιέργειας. Αν λείπει το ένα, η ζωή γίνεται αφόρητη. Αν λείπει το άλλο, γίνεται επιφανειακή.
Η συνοχή, λοιπόν, δεν προέκυψε από κάποια τεχνική συνταγή. Προέκυψε επειδή όλα υπηρετούν το ίδιο ερώτημα. Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να επιμένει να ζει, να αγαπά, να δημιουργεί και να αντιστέκεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα;
Αυτό, άλλωστε, είναι και το πραγματικό θέμα του βιβλίου. Όχι ο θάνατος, αλλά οι αμέτρητοι τρόποι με τους οποίους ένας άνθρωπος μπορεί να τον νικήσει.
Πιστεύω ότι αυτές οι απαντήσεις αποτυπώνουν πιο καθαρά τη φιλοσοφία του βιβλίου και αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι ο «κόκκινος ουρανοξύστης» δεν είναι απλώς ένα εύρημα, αλλά ένας κόσμος που αξίζει να επισκεφθεί.
Οι «Όροφοι των Αυτοκτονιών», του «Τίποτε» και των «Τραυμάτων» λειτουργούν σαν ψυχικοί τόποι. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η κατάτμηση της ανθρώπινης εμπειρίας, σε επίπεδα και ζώνες;
Δεν είδα τον ουρανοξύστη απλώς ως ένα κτίριο, αλλά σαν εσωτερικό μας χάρτη. Όλοι κατοικούμε, έστω για λίγο, σε κάποιον από αυτούς τους ορόφους. Άλλοτε εγκλωβιζόμαστε στο Τίποτε, άλλοτε κουβαλάμε ένα τραύμα σαν βαλίτσα, άλλοτε ανεβαίνουμε έναν όροφο μόνο και μόνο επειδή κάποιος μας κράτησε το χέρι. Το ταξίδι του βιβλίου δεν είναι από το ισόγειο στην ταράτσα. Είναι από τον φόβο προς την ελπίδα.
Πιστεύετε ότι η μνήμη είναι περισσότερο απελευθερωτική ή δεσμευτική για τον άνθρωπο;
Η μνήμη είναι σαν τη φωτιά. Μπορεί να σε ζεστάνει ή να σε κάψει. Εξαρτάται τι την κάνεις. Αν τη μετατρέψεις σε φυλακή, θα σε κρατήσει ακίνητο. Αν τη μετατρέψεις σε γνώση, θα σε πάει πιο μακριά. Το πρόβλημα είναι ότι όταν θυμόμαστεεπιλεκτικά, εκεί αρχίζουν τα λάθη της Ιστορίας.
Τι σημαίνει για εσάς η συλλογική ευθύνη απέναντι στην ιστορική μνήμη και το τραύμα;
Δεν έχουμε το δικαίωμα να κληρονομήσουμε μόνο τα κτίρια και να γκρεμίσουμε τις μνήμες. Κάθε γενιά παραλαμβάνει μια σκυτάλη, όχι ένα λευκό χαρτί. Αν σβήσεις τις ιστορίες των ανθρώπων που προηγήθηκαν, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να ξαναζήσεις τα ίδια λάθη. Κι αυτό γιατί η μνήμη δεν είναι μουσείο, είναι εργαλείο επιβίωσης.
Το έργο θέτει το ερώτημα αν το τέλος είναι αναπόφευκτο ή μια τελευταία πράξη ελευθερίας. Πώς προσεγγίζετε φιλοσοφικά αυτή τη σχέση ζωής και τέλους;
Δεν με απασχολεί τόσο ο θάνατος όσο η αχρηστία μιας ζωής που δεν τόλμησε να ζήσει. Όλοι θα πεθάνουμε. Δεν θα ζήσουμε όμως, όλοι πραγματικά. Η μεγαλύτερη τραγωδία είναι να τελειώσει η ζωή, πριν προλάβεις να πεις το μεγάλο "ναι", το μεγάλο "όχι", το μεγάλο "σ' αγαπώ". Ίσως, τελικά, η τέχνη του να μην πεθαίνεις να είναι και η τέχνη του να μην αναβάλλεις τη ζωή.
Αν έπρεπε να συμπυκνώσετε το μήνυμα του βιβλίου σε μία πρόταση, ποια θα ήταν αυτή απέναντι στον αναγνώστη που κλείνει την τελευταία σελίδα;
Θα του έλεγα: «Μην κλείσεις το βιβλίο σαν να αποχαιρετάς τους ήρωές του. Κλείσ' το σαν να μόλις γνώρισες τους καινούργιους σου συνοδοιπόρους. Γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν σταματούν να συνομιλούν με τους ζωντανούς.»
Βλάρα Αλεξία
Βιογραφικό σημείωμα
Η Σεμίνα
Διγενή σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Ηλεκτρονική Δημοσιογραφία στην
Ιταλία, όπου υπήρξε μέλος της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών Ιταλίας (StampaEstera).
Έχει διαγράψει μια μακρά και επιτυχημένη θητεία ως ελεύθερη ρεπόρτερ και
αρθρογράφος στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο –Ελευθεροτυπία, Αυγή,Εξόρμηση,
Απογευματινή, Έθνος της Κυριακής, Αδέσμευτος Τύπος, Real
News, στην ιταλική ΑVANTI, στη Lifo.gr–, καθώς και σε άλλα
περιοδικά, ενώ είχε έντονη παρουσία στα ραδιόφωνα του ΣΚΑΪ, του ΑΝΤ1, του
Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΤ και στον Real FM. Υπήρξε δημιουργός,
αρχισυντάκτρια και παρουσιάστρια δεκάδων εμβληματικών τηλεοπτικών project όπως
«Τρεις στον αέρα», «Εδώ και σήμερα», «Made in Greece», «Ιστορίες γι’ αγρίους»,
«Μηχανή του χρόνου», «Πες το στη Σεμίνα», «Άνθρωποι», «Ώρα Ελλάδος»,
«Αταίριαστοι», «Εντιμότατοι φίλοι», «Κοίτα τι έκανες», «ΤοpStories» κ.ά.
Διετέλεσε, επίσης, διευθύντρια προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA,
σύμβουλος προγράμματος στην ΕΡΤ και παραγωγός ντοκιμαντέρ σε Αμερική, Κούβα,
Γαλλία, Μ. Βρετανία, Κίνα, Μογγολία, Ν. Αφρική, Σρι Λάνκα, Γερμανία κ.ά.
Έχει βραβευτεί
με 19 βραβεία για το έργο της στην ελληνική τηλεόραση και δημοσιογραφία.
Διευθύνει το θεατρικό site ONLYTHEATER.GR και το κανάλι της στο YouTube είναι
το @SeminaDigeniOfficial. Αρθρογραφεί στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη.
Τον Νοέμβριο του
2018 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη το πρώτο της βιβλίο με τίτλο Κίτρινο
Υποβρύχιο, τον Σεπτέμβριο του 2022 το Felicità από την Κάπα Εκδοτική
και από τον Σεπτέμβριο του 2021 μέχρι σήμερα τα βιβλία Αποδελτιώσεις Ι, ΙΙκαι
ΙΙΙ, Το ένδοξο σκοτάδι του Βοτανικού και το Καθ’ οδόν - 15
μονόλογοι στην Αθήνα από τις Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
Είναι βουλευτής
του ΚΚΕ στον Νότιο Τομέα της Αθήνας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου