Ακύλας Άρωνας: "Το βιβλίο της ζωής μας έχει ανοιχτό τέλος, μέχρι τη στιγμή που φτάνουμε στο τέρμα της".
Το βιβλίο σας κινείται στον χώρο του πολιτικού νουάρ. Τι σας οδήγησε σε αυτό το λογοτεχνικό είδος και τι σας ενδιαφέρει περισσότερο να αναδείξετε μέσα από αυτό;
Εκτιμώ ιδιαίτερα το πολιτικό νουάρ. Αισθάνομαι έντονα την έλξη της χαρακτηριστικής του αισθητικής υφής και με συναρπάζει η δυνατότητα της βαθύτερης κατανόησης του σύγχρονου κόσμου, με όλες του τις αποχρώσεις και αντιφάσεις, μέσα από την αφήγηση του εγκλήματος και των καταστάσεων που το γεννούν. Παρ’ όλο που διαβάζω αστυνομική λογοτεχνία και νουάρ, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έγραφα κάτι στα πλαίσια του συγκεκριμένου είδους. Η απόφαση ωρίμασε σταδιακά, χωρίς να μπορώ να την προσδιορίσω επακριβώς. Θα έλεγα ότι το καθοριστικότερο συναίσθημα υπήρξε η αυξημένη κόπωση, μια κόπωση που αποκτά υπόσταση και διογκώνεται επικίνδυνα όταν κανείς εκτεθεί άμεσα στην τοξικότητα της υποκρισίας και του αυταρχισμού. Μια κόπωση που τελικά μετατρέπεται σε θυμό και πεισματική ανάγκη υπεράσπισης των αξιών εκείνων που κάνουν τη ζωή μας ανθρώπινη, άρα βιώσιμη· αναφέρομαι στην ελευθερία, τη φιλία, τον σεβασμό, την αξιοπρέπεια.
Ο πρωταγωνιστής, ο πατήρ Ακύλας, είναι ένας βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος που κινείται ανάμεσα σε πίστη, εξουσία και βία. Πώς χτίσατε αυτή τη σύνθετη και αντιφατική προσωπικότητα;
Αναγνωρίζω μέσα στον παράξενο αυτόν ιερέα κομμάτια του εαυτού μου. Ίσως και θραύσματα ανθρώπων με τους οποίους οι δρόμοι μας έτυχε να διασταυρωθούν. Δεν είμαι σίγουρος ότι τον συμπαθώ, δεν θα έλεγα όμως ότι με απωθεί. Φανταστείτε έναν διανοούμενο ιερέα, διαζευγμένο, ο οποίος θρηνεί την απώλεια του παιδιού του. Έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει βάλει τα ράσα όχι εξ ανάγκης, αλλά εκ πεποιθήσεως, επειδή το προσωπικό του αξιακό σύστημα, δηλαδή οι αριστερές (ενίοτε αναρχικές) του θέσεις, δεν ευθυγραμμίζονται απλά, αλλά αποτελούν προέκταση της πίστης του στο ευαγγέλιο της Βασιλείας. Πώς θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να έχει μια εύκολη και ατάραχη πορεία σε μια κοινωνία όπως αυτή της Κύπρου– επιφανειακά καθωσπρέπει, επιφανειακά θρησκευόμενη, μ’ ανοιχτές ακόμη τις πληγές του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974, μια κοινωνία που κυριαρχείται από τη διαπλοκή πολιτικών, οικονομικών και εκκλησιαστικών συμφερόντων; Όποιος αποφασίζει να παραμείνει συνεπής σ’ ό,τι αναγνωρίζει ως Αλήθεια, αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ αποφασίσει εάν θα κλείσει το στόμα ή εάν θα σηκώσει τα μανίκια για να παλέψει.
Στο μυθιστόρημα συναντώνται εκκλησιαστικό κατεστημένο, πολιτική εξουσία και υπόκοσμος. Πόσο λεπτή θεωρείτε ότι είναι η γραμμή που τα χωρίζει στην πραγματικότητα;
Το μυθιστόρημα είναι ασφαλώς προϊόν μυθοπλασίας, αν και ορισμένα γεγονότα ή καταστάσεις εμπνέονται ως ένα βαθμό από την πραγματικότητα, σκιαγραφώντας μια δυστοπία που παραμένει χρονικά απροσδιόριστη. Εάν προσπαθούσα να αποστειρώσω το έργο μου από τις επιρροές και τα ερεθίσματα του πραγματικού κόσμου, δεν θα υπήρχε λόγος να γράψω και να επικοινωνήσω με το αναγνωστικό κοινό. Θα σας δώσω ορισμένα παραδείγματα, ξεκινώντας με τη διαδήλωση στην αρχή του βιβλίου, που βασίστηκε στις διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου του 2021 στη Λευκωσία. Η θλιβερή διαπίστωση ότι ακροδεξιά έχει μέλλον, όχι μόνο σε Κύπρο και Ελλάδα αλλά παγκοσμίως, είναι επίσης ένα δεδομένο. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να εντοπίσει ειδικές δημοσιεύσεις, αλλά και αναφορές στον τύπο, που περιγράφουν τη διείσδυση ρωσικών συμφερόντων στα πολιτικά και εκκλησιαστικά πράγματα, με τρόπο παρόμοιο όπως αυτόν που περιγράφω. Έχω, επίσης, αξιοποιήσει δημοσιεύματα αναφορικά με την εμπορία ναρκωτικών από τη Συρία του Άσαντ και την αποτυχημένη απόπειρα συγκρότησης μιας ακροαριστερής οργάνωσης. Ακόμη, στο βιβλίο γίνεται λόγος για μια διεφθαρμένη μοναστηριακή αδελφότητα, που δεν απέχει πολύ από τη σχετικά πρόσφατη περίπτωση πολύκροτου εκκλησιαστικού σκανδάλου, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν οι μοναχοί μιας ιδιαίτερα προβεβλημένης μονής στην Κύπρο.
Πιστεύετε ότι η αλήθεια έχει πάντα κόστος;
Η παρρησία έχει κόστος· διαφορετικά δεν θα ήταν θάρρος. Το ψέμα είναι βολικότερο: τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας, τα ψέματα που λέμε στους άλλους. Όμως στο τέλος το ψέμα γίνεται η θηλιά που τυλίγουμε εμείς οι ίδιοι στον λαιμό μας. Για να πάρουμε ανάσα, που σημαίνει για να ζήσουμε, χρειάζεται να κοπεί η θηλιά. Κι όποιος πνίγεται και παλεύει να σωθεί μπορεί να πληγωθεί ή να πληγώσει.
Ο τίτλος «Ο ήλιος πάγωσε» δημιουργεί μια έντονη αντίθεση φωτός και σκοταδιού. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η εικόνα μέσα στο βιβλίο;
Η παγωνιά συνδέεται με τον θάνατο, ο ήλιος και το φως με τη ζωή. Ο φόβος –ή η συνειδητοποίηση, αν θέλετε– πως ο ήλιος μπορεί μια μέρα να παγώσει, υποδηλώνει μια ανατροπή βεβαιοτήτων, αποκαλύπτει πτυχές τις οποίες αγνοούσαμε ή παραβλέπαμε. Η εικόνα του ήλιου που παγώνει σημαίνει το τέλος των ψευδαισθήσεων, εκφράζει την επώδυνη πορεία προς την αλήθεια και την ωρίμανση. Όλα όσα, δηλαδή, βιώνει ο κεντρικός πρωταγωνιστής στο βιβλίο.
Η πίστη αποτελεί βασικό άξονα της αφήγησης, αλλά ταυτόχρονα δοκιμάζεται από την πραγματικότητα της βίας. Πώς προσεγγίζετε αυτή τη σύγκρουση στο έργο σας;
Ως ιερέας με αναρχικές συμπάθειες, ο πρωταγωνιστής απέχει συνειδητά από τη βία. Όταν όμως έρχεται αντιμέτωπος με την ωμή βία που ασκείται εις βάρος όσων είναι ευάλωτοι, η στάση του αυτή αλλάζει. Εκτός από τη βία αυτή καθαυτή, με απασχολεί το ζήτημα της αυτοδικίας: όταν ο νόμος δεν εφαρμόζεται όπως πρέπει, ποια είναι τα επιτρεπτά όρια για το θύμα που κινδυνεύει να γίνει θύτης; Μπορεί αυτός που αποφασίζει να πάρει στα χέρια του τον νόμο, τρεπόμενος σε τιμωρό της αδικίας, να παραμείνει ηθικά αλώβητος;
Ο ήρωας κινείται σε έναν λαβύρινθο εξουσίας και ηθικών διλημμάτων. Πιστεύετε ότι ο άνθρωπος μπορεί να παραμείνει ηθικά ακέραιος μέσα σε τέτοια συστήματα;
Δεν μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα μια τέτοια ερώτηση. Το βιβλίο της ζωής μας έχει ανοιχτό τέλος, μέχρι τη στιγμή που φτάνουμε στο τέρμα της. Υποπτεύομαι πως η απάντηση βρίσκεται στο να συνεχίζει κανείς να ζει, όσο κι αν αισθάνεται τσακισμένος, όσο κι αν μετανιώνει για τα λάθη του.Να ζει: με καλοσύνη και ανθρωπιά, με την ευγένεια όχι των καθωσπρέπει τρόπων, αλλά του ουσιαστικού σεβασμού προς τον άλλον. Και να έχει την ευλογία να συνοδοιπορεί μ’ ανθρώπους, τους οποίους χαίρεται ν’ αποκαλεί «φίλους».
Ως πρώτο σας βιβλίο, το «Ο
ήλιος πάγωσε» θέτει έναν ιδιαίτερα σκοτεινό και στοχαστικό τόνο. Τι θα θέλατε
να κρατήσει ο αναγνώστης φεύγοντας από αυτή την ιστορία;
Υπάρχει μια σκηνή στο τέλος του βιβλίου, που
εμφανίστηκε μπροστά μου κάπως σαν ενόραση, προτού καν ξεκινήσω να το σχεδιάζω.
Ένα σωσίβιο επιπλέει κουβαλώντας ιστορίες, φωνές, την αφή όσων κρατήθηκαν πάνω
του για να σωθούν. Δεν γνωρίζουμε εάν οι άνθρωποι αυτοί σώθηκαν – όχι όλοι.
Όμως το σωσίβιο επιπλέει και φτάνει κάποτε στη στεριά. Θα ήθελα ο αναγνώστης να
μην κρατήσει μόνο το σκοτάδι της ανθρώπινης κακίας και αδικίας, αλλά τον δρόμο
μέσα απ’ το υπαρκτό αυτό σκοτάδι, το χρέος μας να παραμείνουμε άνθρωποι, να
ζήσουμε τη ζωή όπως της αξίζει.
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου