Κωνσταντίνος Αλσινός: "Το σκοτάδι μπορεί να φοβίζει, αλλά μπορεί επίσης να προστατεύει, να επιτρέπει στον άνθρωπο να ακούσει βαθύτερα τον εαυτό του".
1. Η «Λάμπα θυέλλης» τοποθετεί τον αναγνώστη σε ένα σκοτεινό, εσωτερικό τοπίο περιπλάνησης. Ποια ήταν η αφετηρία αυτής της ποιητικής εικόνας του ανθρώπου που βαδίζει μέσα στη νύχτα;
Η
αφετηρία ήταν η εικόνα ενός ανθρώπου που δεν ζητά απαραίτητα να σωθεί, αλλά να
δει. Ένας άνθρωπος μόνος, μέσα σε μια νύχτα που είναι ταυτόχρονα εξωτερική και
εσωτερική, κρατά μια μικρή λάμπα θυέλλης και προσπαθεί να διακρίνει τον εαυτό
του, τον κόσμο, τις μνήμες του, τον φόβο του. Αυτή η εικόνα με ενδιέφερε γιατί
έχει κάτι απλό και σχεδόν αρχέγονο: ένας άνθρωπος, ένα σκοτάδι, ένα μικρό φως.
Από εκεί ξεκίνησε όλο το βιβλίο.
Δεν
ήθελα η νύχτα να είναι απλώς ατμόσφαιρα ή σκηνικό. Ήθελα να είναι ένας τόπος
όπου ο άνθρωπος συναντά αυτά που μέσα στην ημέρα καταφέρνει να αποφεύγει: τις
ενοχές, τις απώλειες, τη μοναξιά, τις ματαιώσεις, αλλά και την ανάγκη του να
αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ο περιπατητής της «Λάμπας θυέλλης» βαδίζει μέσα στη
νύχτα επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν είναι μια ηρωική πορεία με καθαρό
προορισμό. Είναι μια προσπάθεια να παραμείνει ζωντανός, συνειδητός και
ανθρώπινος, ακόμη κι όταν όλα γύρω του - και μέσα του - μοιάζουν να
σκοτεινιάζουν.
2. Το φως της λάμπας «φέγγει / δεν φέγγει» όπως οι σκέψεις και οι μνήμες του ήρωα. Πώς δουλέψατε αυτή τη διαρκή αμφισημία ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι ως κεντρική αφηγηματική αρχή;
Η
φράση «φέγγει / δεν φέγγει» λειτούργησε για μένα σαν παλμός. Δεν είναι μόνο
περιγραφή του φωτός της λάμπας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κινείται η συνείδηση
του αφηγητή. Άλλοτε καταλαβαίνει κάτι, άλλοτε το χάνει. Άλλοτε μια μνήμη
γίνεται καθαρή, άλλοτε διαλύεται. Άλλοτε πιστεύει πως πλησιάζει σε μια αλήθεια,
κι αμέσως μετά αμφιβάλλει ακόμη και για την ύπαρξή της. Ήθελα η ίδια η αφήγηση
να έχει αυτή την ταλάντωση, σαν εκκρεμές.
Το
φως και το σκοτάδι δεν λειτουργούν στο βιβλίο ως απλό καλό και κακό. Το φως
μπορεί να αποκαλύπτει, αλλά μπορεί και να πληγώνει. Το σκοτάδι μπορεί να
φοβίζει, αλλά μπορεί επίσης να προστατεύει, να επιτρέπει στον άνθρωπο να
ακούσει βαθύτερα τον εαυτό του. Γι’ αυτό και η αμφισημία δεν λύνεται. Ο
αφηγητής δεν βγαίνει από το σκοτάδι κρατώντας μια οριστική απάντηση. Μαθαίνει,
ίσως, να στέκεται μέσα σε αυτή την εναλλαγή, να αντέχει ότι η ζωή δεν φέγγει
ποτέ ολόκληρη και δεν σκοτεινιάζει ποτέ απόλυτα.
3.
Το βιβλίο περιγράφεται ως «ποιητικό μυθιστόρημα». Τι σημαίνει για εσάς αυτή η
υβριδική μορφή και πώς ισορροπεί η αφήγηση ανάμεσα στην ποίηση και στην
πεζογραφία;
Για
μένα ο όρος «ποιητικό μυθιστόρημα» δεν είναι τόσο μια κατηγορία όσο μια ανάγκη.
Η «Λάμπα θυέλλης» έχει μια διαδρομή, έναν αφηγητή, επαναλαμβανόμενα μοτίβα,
μετατοπίσεις χώρων, συναντήσεις, φωνές, μια εσωτερική δραματουργία. Με αυτή την
έννοια πατά στην πεζογραφία. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορούσε να ειπωθεί με
έναν απολύτως ρεαλιστικό ή γραμμικό τρόπο. Το υλικό του βιβλίου είναι οι
εικόνες, οι ρυθμοί, οι επαναλήψεις, οι σιωπές, η μουσικότητα της φράσης, δηλαδή
στοιχεία που ανήκουν πολύ έντονα στην ποίηση.
Προσπάθησα
να αφήσω την ποίηση να διαβρώσει την πρόζα χωρίς να την καταργήσει. Να υπάρχει
αφήγηση, αλλά να μην εγκλωβίζεται σε πλοκή. Να υπάρχει σκέψη, αλλά να μη
γίνεται δοκίμιο. Να υπάρχει συναίσθημα, αλλά να μην εξηγείται υπερβολικά. Η
ισορροπία βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο να προχωρά ο αναγνώστης, όχι μόνο επειδή
θέλει να μάθει «τι θα γίνει», αλλά επειδή ακολουθεί έναν ρυθμό, μια φωνή, μια
εσωτερική καταιγίδα που αλλάζει μορφές.
4. Ο ήρωας μοιάζει να βρίσκεται σε μια σιωπηλή συνομιλία με τις σκιές του. Τι ρόλο παίζει η μοναξιά στη διαμόρφωση αυτής της εσωτερικής διαδρομής;
Η
μοναξιά είναι ίσως ο βασικός χώρος του βιβλίου. Δεν είναι μόνο η απουσία των
άλλων. Είναι ο τόπος όπου ο αφηγητής αναγκάζεται να ακούσει όλες τις φωνές που
κουβαλά: τον φόβο, την ενοχή, τον παιδικό εαυτό, τον Σκοτεινό, τον γίγαντα, τις
μνήμες, τους νεκρούς, τους ανθρώπους που πέρασαν και έμειναν μέσα του ως ίχνη.
Η μοναξιά τον απογυμνώνει. Του αφαιρεί τις κοινωνικές βεβαιότητες και τον
αφήνει απέναντι σε αυτό που πραγματικά είναι ή σε αυτό που φοβάται ότι είναι.
Ωστόσο, δεν βλέπω τη μοναξιά μόνο ως καταδίκη. Στο βιβλίο είναι και ένα, αν θα μπορούσα να το πω έτσι, εργαστήριο αυτογνωσίας. Μέσα από αυτήν ο ήρωας αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως η απόσταση από τους άλλους δεν σημαίνει απαραίτητα αδιαφορία. Αντιθέτως, πολλές φορές όσο πιο μόνος είναι, τόσο περισσότερο αισθάνεται τον πόνο του κόσμου. Η μοναξιά του γίνεται ένας παράδοξος τρόπος σύνδεσης. Δεν τον οδηγεί απλώς μακριά από τους ανθρώπους. Τον αναγκάζει να αναρωτηθεί βαθύτερα τι τον συνδέει μαζί τους.
5.
Πώς σχετίζεται το φυσικό και αστικό περιβάλλον με την ψυχική κατάσταση του
αφηγητή;
Το
περιβάλλον στη «Λάμπα θυέλλης» δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Η θάλασσα, η παραλία, η
καταιγίδα, το φεγγάρι, το πλοίο, ο ουρανός, αλλά και η πόλη, το μετρό, οι
δρόμοι, οι κρεαταγορές, οι αποβάθρες, λειτουργούν σαν προεκτάσεις της ψυχής του
αφηγητή. Όταν βρίσκεται σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν περιγράφεται απλώς μια
τρικυμία. Περιγράφεται η εσωτερική του διάλυση. Όταν κινείται σε έναν υπόγειο
σταθμό, δεν βλέπουμε μόνο έναν αστικό χώρο αναμονής, αλλά έναν κόσμο
εγκλωβισμένο στον χρόνο, στην κούραση, στην επανάληψη.
Με
ενδιέφερε πολύ η αντίθεση ανάμεσα στο φυσικό και στο αστικό τοπίο. Η φύση στο
βιβλίο έχει κάτι κοσμικό και σχεδόν μεταφυσικό. Η θάλασσα και ο ουρανός
ανοίγουν τον άνθρωπο προς το άπειρο. Η πόλη, από την άλλη, τον φέρνει
αντιμέτωπο με την ανθρώπινη φθορά, την κοινωνική βία, την απανθρωπιά, την
καθημερινή αλλοτρίωση. Κι όμως, και τα δύο τοπία είναι εσωτερικά. Ο αφηγητής
δεν τα επισκέπτεται απλώς. Τα κουβαλά, τα παράγει και τα κατοικεί.
6. Τι σημαίνει για εσάς «νόημα» μέσα σε ένα τέτοιο σκοτεινό αλλά στοχαστικό σύμπαν;
Το
νόημα, σε αυτό το βιβλίο, δεν είναι μια απάντηση που περιμένει κάπου στο τέλος
της διαδρομής. Δεν είναι ένα συμπέρασμα που έρχεται να τακτοποιήσει το σκοτάδι.
Αν υπήρχε κάτι τέτοιο, νομίζω θα πρόδιδε τον ίδιο τον κόσμο του βιβλίου. Το
νόημα βρίσκεται περισσότερο στην πράξη της αναζήτησης: στο να συνεχίζει κανείς
να κοιτά, να ρωτά, να θυμάται, να συμπονά, να μην κάνει πως δεν άκουσε τον πόνο
γύρω του. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου: «Ψηλά στον ουρανό∙
σχοινοβάτης. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας… Δεν έχω απαντήσεις∙ κάθε φορά που,
γυρίζοντας απ’ τις περιπλανήσεις μου εκεί, ρωτούσανε να πω τι είχα φέρει πίσω,
φώναζα υπερήφανος: “δεν ξέρω, δεν ξέρω τίποτα!”»
Μέσα σε ένα σκοτεινό σύμπαν, το νόημα μπορεί να είναι πολύ μικρό και γι’ αυτό πολύτιμο. Ένα βλέμμα, μια λέξη, μια χειρονομία τρυφερότητας, μια επιμονή στην ομορφιά, μια άρνηση να συνηθίσουμε την απανθρωπιά. Δεν με ενδιαφέρει ένα νόημα θριαμβευτικό. Με ενδιαφέρει ένα νόημα εύθραυστο, ανθρώπινο, σχεδόν ντροπαλό, όπως το φως μιας λάμπας που δεν μπορεί να φωτίσει τον κόσμο, αλλά μπορεί να κρατήσει για λίγο έναν άνθρωπο όρθιο μέσα στη νύχτα.
7.
Η λάμπα θυέλλης είναι ένα αντικείμενο που επιβιώνει μέσα στις δυσκολίες. Τι
συμβολίζει για εσάς ως συγγραφέα;
Η
λάμπα θυέλλης συμβολίζει την ελάχιστη επιμονή. Δεν είναι ένας ήλιος, δεν είναι
αποκάλυψη, δεν είναι λύτρωση με τη μεγάλη έννοια. Είναι ένα μικρό, τρεμάμενο
φως που υπάρχει ακριβώς επειδή γύρω του υπάρχει άνεμος, βροχή, σκοτάδι. Με
συγκινεί αυτό το αντικείμενο γιατί δεν υπόσχεται θαύματα. Υπόσχεται μόνο
παρουσία. Όσο φέγγει, έστω λίγο, ο άνθρωπος μπορεί να πει: είμαι ακόμη εδώ,
ακόμη προσπαθώ να δω.
Ως συγγραφέας, τη νιώθω πολύ κοντά στην ίδια τη γραφή. Η γραφή δεν καταργεί τη νύχτα, δεν θεραπεύει οριστικά τον φόβο, δεν δίνει πάντα απαντήσεις. Μπορεί όμως να κρατήσει αναμμένο ένα μικρό σημείο συνείδησης. Μπορεί να γίνει σήμα, ακόμη και σήμα κινδύνου, προς κάποιον άγνωστο αναγνώστη. Η λάμπα θυέλλης είναι για μένα αυτό: η ανάγκη να συνεχίζουμε να μιλάμε, να βλέπουμε, να φροντίζουμε την ομορφιά και την ανθρωπιά, ακόμη κι όταν ξέρουμε πως το φως μας είναι περιορισμένο, ευάλωτο και πρόσκαιρο.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου