Γιάννης Γλύκας: "Σε αυτό το βιβλίο θέλησα να πειραματιστώ περισσότερο, να συνδυάσω την ιστορική αφήγηση με στοιχεία μαγείας και υπερβατικότητας, χωρίς όμως να χάνεται η αίσθηση της ιστορικής αλήθειας".
Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε να τοποθετήσετε την αφετηρία της ιστορίας στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να επιλέξετε ως ηρωίδα μια νεαρή γυναίκα που διεκδικεί την ελευθερία της μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο;
Η επιλογή των ιστορικών περιόδων σε
όλο το βιβλίο δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς το «Δαχτυλίδι της Προδοσίας»
είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που αποτελείται από πέντε ιστορίες, άρρηκτα
δεμένες μεταξύ τους.
Ήθελα η πρώτη μου ιστορία να
τοποθετείται στην Αθήνα, στο τέλος της κλασικής αρχαιότητας. Η εποχή του
Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτελεί μια ιδιαίτερα γοητευτική και καθοριστική περίοδο,
καθώς σηματοδοτεί το πέρασμα από την κλασική Ελλάδα στον ελληνιστικό κόσμο και
προσφέρει ένα εξαιρετικά ζωντανό ιστορικό πλαίσιο, γεμάτο αντιθέσεις,
μεταβάσεις και έντονες κοινωνικές δυναμικές.
Ένας ακόμη πολύ σημαντικός λόγος για
αυτή την επιλογή ήταν ότι οραματίστηκα την πρώτη ιστορία του βιβλίου μου,
εκείνη με την οποία ουσιαστικά ξεκινά η αφήγηση, να εκτυλίσσεται στο σπίτι της
θρυλικής Φρύνης. Ο χώρος αυτός, με τον ιδιαίτερο και φορτισμένο συμβολισμό του,
μου έδωσε τη δυνατότητα να αναδείξω από την αρχή τις αντιθέσεις ανάμεσα στην
ελευθερία και τον περιορισμό, αλλά και τον ρόλο της γυναίκας σε έναν κόσμο
βαθιά ανδροκρατούμενο.
Οι εταίρες της αρχαιότητας αποτελούσαν
μια ξεχωριστή και, κατά μία έννοια, αντιφατική κατηγορία γυναικών. Είχαν σαφώς
μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας σε σχέση με τις υπόλοιπες γυναίκες της εποχής, τόσο
στην κοινωνική τους παρουσία όσο και στη δυνατότητα να διαμορφώνουν οι ίδιες τη
ζωή τους.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο με οδήγησε να
στραφώ προς αυτές τις γυναίκες. Ήθελα να φωτίσω έναν κόσμο όπου η ελευθερία δεν
ήταν δεδομένη, αλλά κατακτιόταν μέσα από σύνθετες κοινωνικές ισορροπίες και
συχνά μέσα από δύσκολες επιλογές. Οι εταίρες, κινούμενες διαρκώς ανάμεσα στην
αποδοχή και τον κοινωνικό περιορισμό, μου έδωσαν το ιδανικό πλαίσιο για να
εξερευνήσω έννοιες όπως η αυτοδιάθεση, η εξουσία και η προσωπική ταυτότητα.
Μέσα από αυτές τις γυναίκες, η ιστορία μου θα αποκτούσε μια πιο ανθρώπινη και ταυτόχρονα πιο τολμηρή διάσταση, αναδεικνύοντας πλευρές της αρχαιότητας που συχνά μένουν στο ημίφως.
Πώς προσεγγίσατε ιστορικά και
λογοτεχνικά τη μορφή της Φρύνης και τον κόσμο που την περιέβαλλε;
Έκανα εμβριθή ιστορική έρευνα γύρω από
το πρόσωπο της Φρύνης! Η Φρύνη είναι πραγματικά μια εξαιρετικά γοητευτική
μορφή, όπως και ο κόσμος που την περιβάλλει, με πρόσωπα όπως ο Πραξιτέλης και
άλλες εμβληματικές φυσιογνωμίες που κινούνται γύρω της και συνδιαμορφώνουν την
ατμόσφαιρα της εποχής μέσα στις σελίδες του βιβλίου μου.
Την προσέγγισα λοιπόν με μεγάλο
ενδιαφέρον και, δεν το κρύβω, έντονα γοητευμένος απέναντι στον μύθο και την
προσωπικότητά της. Προσπάθησα να κρατήσω μια ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική
τεκμηρίωση και στη λογοτεχνική ελευθερία, ώστε να αναδειχθεί όχι μόνο η θρυλική
της εικόνα, αλλά και η ανθρώπινη διάσταση πίσω από αυτήν.
Θέλω να πιστεύω πως η Φρύνη και ο κόσμος της δεν λειτουργούν απλώς ως ιστορικό σκηνικό, αλλά ως ένα ζωντανό περιβάλλον γεμάτο ένταση, αισθητική και αντιφάσεις, που τροφοδοτεί ουσιαστικά την αφήγησή μου.
Το δαχτυλίδι του τίτλου μετατρέπεται
από σύμβολο αγάπης σε σύμβολο προδοσίας. Ποιος είναι ο βαθύτερος συμβολισμός
αυτού του αντικειμένου μέσα στην αφήγηση;
Το δαχτυλίδι, στην αρχή της αφήγησης,
προσφέρεται ως δώρο αγάπης, ως σύμβολο σύνδεσης. Στη συνέχεια όμως
μεταμορφώνεται σε κάτι χθόνιο και σκοτεινό: σε σύμβολο προδοσίας και ρήξης.
Σε βαθύτερο επίπεδο, το δαχτυλίδι
συμβολίζει το ίδιο το σκοτάδι της ιστορίας. Είναι, θα έλεγα, όλο το «αναγκαίο έρεβος»,
το οποίο διατρέχει το μυθιστόρημα. Κουβαλάει μια κατάρα που μεταφέρεται από
εποχή σε εποχή και επιτρέπει στις πέντε ιστορίες να συνδεθούν μεταξύ τους, παρά
τη χρονική τους απόσταση.
Μέσα από αυτό το μεταφυσικό στοιχείο, το δαχτυλίδι λειτουργεί σαν κοινός παρονομαστής όλων των αφηγήσεων· μια σκοτεινή, σχεδόν αόρατη δύναμη που δίνει συνοχή στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα που ονειρεύτηκα και ταυτόχρονα καθορίζει τις επιλογές και τις μοίρες των ηρώων. Είναι, με έναν τρόπο, η ίδια η συνθήκη που κάνει δυνατό να ειπωθεί αυτή η ιστορία.
Οι πέντε γυναίκες του βιβλίου
συνδέονται από μια κοινή κατάρα αλλά ζουν σε διαφορετικές εποχές. Τι σας έδωσε
αυτή η πολυεπίπεδη δομή και τι θέλατε να φωτίσετε μέσα από τις παράλληλες
ιστορίες τους;
Αυτή η πολυεπίπεδη δομή, την οποία
ονειρεύτηκα εξ αρχής για το βιβλίο μου, μου έδωσε τη δυνατότητα να γράψω για
πέντε πολύ αγαπημένες ιστορικές περιόδους και να εξερευνήσω πέντε διαφορετικούς
κόσμους που είχα ήδη μέσα μου, που με γοήτευαν και ήθελα να τους φωτίσω μέσα
από τη γραφή μου.
Πάνω απ’ όλα, όμως, μου επέτρεψε να
επιστρέφω ξανά και ξανά σε μια Αθήνα όμορφη και για πάντα χαμένη, μια πόλη που
μεταμορφώνεται μέσα στους αιώνες· μια Αθήνα που αλλάζει πρόσωπα, αλλά παραμένει
ταυτόχρονα ένας σταθερός άξονας μνήμης και ταυτότητας μέσα στο βιβλίο.
Από την αρχή, το τρίπτυχο ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό μου: εταίρες, ένα καταραμένο αντικείμενο και μια Αθήνα που μεταβάλλεται μέσα στον χρόνο. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα του έργου, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο χτίστηκαν όλες οι ιστορίες και όλες οι εποχές.
Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στην
τεκμηριωμένη ιστορική αφήγηση και τα στοιχεία του υπερφυσικού;
Πολύ ωραία ερώτηση! Η ισορροπία αυτή
δεν είναι εύκολη, ειδικά αν σκεφτούμε ότι το πρώτο μου βιβλίο, η «Σκόνη στον
χρόνο», είναι ένα ιστορικό ερωτικό μυθιστόρημα χωρίς στοιχεία υπερφυσικού.
Επιπλέον, ως επιστήμονας (είμαι Ουρολόγος χειρουργός), έχω μια βαθιά σχέση με
τη λογική και την τεκμηρίωση, ωστόσο το μεταφυσικό ήταν κάτι που πάντα με
γοήτευε και ήθελα να το εξερευνήσω λογοτεχνικά.
Σε αυτό το βιβλίο θέλησα να
πειραματιστώ περισσότερο, να συνδυάσω την ιστορική αφήγηση με στοιχεία μαγείας
και υπερβατικότητας, χωρίς όμως να χάνεται η αίσθηση της ιστορικής αλήθειας.
Γι’ αυτό και προχώρησα σε εκτενή έρευνα γύρω από πρακτικές όπως η ονειρομαντεία,
η γεωμαντεία και άλλες αντίστοιχες αντιλήψεις του αρχαίου κόσμου, οι οποίες,
για τους ανθρώπους της εποχής, ήταν μέρος της καθημερινής τους πραγματικότητας.
Έτσι, το υπερφυσικό δεν εισβάλλει αυθαίρετα στην ιστορία, αλλά πατάει πάνω σε δοξασίες και αντιλήψεις που υπήρχαν ήδη τότε, λειτουργώντας ως φυσική προέκταση του τρόπου με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο τους.
Ποια είναι η δική σας σχέση με την
Αθήνα και πώς λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος των ιστοριών;
Η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπώ πολύ
και για την οποία ήθελα πάντοτε να γράψω. Γι’ αυτό και αφιέρωσα τόσες σελίδες
σε αυτή την όμορφη και για πάντα χαμένη Αθήνα όλων αυτών των εποχών που
διατρέχουν το βιβλίο. Το έργο, σε έναν βαθμό, είναι και ένας ύμνος σε αυτή την
αλλοτινή Αθήνα.
Σε κάθε ιστορία, η πόλη αλλάζει
πρόσωπο: άλλοτε ακμάζει κι άλλοτε παρακμάζει, άλλοτε φωτίζεται και άλλοτε
σκοτεινιάζει. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει πάντα ζωντανή στη μνήμη και στην
αφήγηση. Αυτή η διαρκής μεταμόρφωση είναι που της δίνει τη δραματική της
δύναμη, αλλά και μια διαχρονική ταυτότητα που υπερβαίνει τις επιμέρους εποχές.
Για μένα, η Αθήνα δεν είναι απλώς
σκηνικό. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός και ταυτόχρονα ένας σταθερός άξονας
μνήμης και ταυτότητας που ενώνει όλες τις ιστορίες. Είναι το «υπόστρωμα» πάνω
στο οποίο κινούνται το «δαχτυλίδι» και οι μοίρες των ηρωίδων του.
Μέσα από αυτή τη διαχρονική της
παρουσία, η πόλη λειτουργεί σχεδόν σαν ένας σιωπηλός αφηγητής: καταγράφει,
θυμάται και μεταμορφώνεται, χωρίς ποτέ να χάνει τον πυρήνα της. Γιατί, τελικά,
το δαχτυλίδι μένει πάντα στην Αθήνα. Είναι πάντα εκεί, παρόν σε κάθε εποχή, σαν
μια υπενθύμιση ότι η ιστορία, όσο κι αν αλλάζει πρόσωπα, επιστρέφει διαρκώς
στον ίδιο της τον πυρήνα.
Το βιβλίο πραγματεύεται τον έρωτα σε
πολλές μορφές του: ως συναλλαγή, ως πάθος, ως δύναμη λύτρωσης αλλά και ως αιτία
καταστροφής. Ποια από αυτές τις όψεις θεωρείτε πιο καθοριστική για την πορεία
των ηρωίδων σας;
Πολύ ωραία ερώτηση κι αυτή! Τω όντι, στο
βιβλίο ο έρωτας εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές μορφές. Σε κάθε ιστορία
είναι και κάτι άλλο: άλλοτε είναι σαρκικός- μια συναλλαγή, άλλοτε φλογερός και
παθιασμένος, άλλοτε πιο ουσιαστικός και αληθινός, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις
όπου γίνεται καταστροφικός ή, αντίθετα, λυτρωτικός.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο
έρωτας λειτουργεί πάντα ως καταλύτης. Δεν μένει ποτέ στατικός· αλλάζει τις
ισορροπίες, αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις των ηρωίδων και τις οδηγεί σε
αποφάσεις που καθορίζουν τη μοίρα τους! Με αυτή την έννοια, είναι ίσως η πιο
καθοριστική δύναμη σε όλο το βιβλίο, γιατί επηρεάζει άμεσα την εξέλιξη κάθε
ιστορίας.
Δεν θα ήθελα να πω περισσότερα περί έρωτα για να μην αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής!
Πέρα από το μυστήριο, την κατάρα και
τις ιστορικές αναφορές, ποιο είναι το βασικό ερώτημα ή μήνυμα που θα θέλατε να
συνοδεύει τον αναγνώστη μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου «Το δαχτυλίδι της
προδοσίας»;
Αυτό που θα ήθελα να μείνει στον
αναγνώστη είναι ένα ερώτημα γύρω από την ελευθερία και τις επιλογές μας: κατά
πόσο οι ζωές μας καθορίζονται από τις συνθήκες στις οποίες γεννιόμαστε και κατά
πόσο, τελικά, είμαστε εμείς οι ίδιοι που γράφουμε τη μοίρα μας μέσα από τον
χαρακτήρα και τις αποφάσεις μας.
Το δαχτυλίδι, σε αυτό το πλαίσιο,
λειτουργεί περισσότερο ως αφορμή παρά ως απάντηση. Αυτό που μένει είναι η
διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για αγάπη, στην ευθύνη των επιλογών
και στη σκοτεινή πλευρά που αυτές μπορούν να αποκτήσουν όταν δοκιμάζονται από
πάθος, φόβο ή προδοσία.
Και ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα του βιβλίου συνοψίζεται ακριβώς σε αυτό που γράφω στον σελιδοδείκτη του: «τις ζωές μας τις ορίζει ο χαρακτήρας μας, η μοίρα που γράφουμε μόνοι μας». Γιατί, τελικά, ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες ή μοιραίες συνθήκες, ο τρόπος που επιλέγουμε να σταθούμε απέναντί τους είναι αυτός που καθορίζει την πορεία μας.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου