Γαϊτη Θέκλα: "Η δομή του έργου προσομοιάζει την εμπειρία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: το ασταμάτητο scroll που, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, φέρνει μπροστά μας δεκάδες ετερόκλητα ερεθίσματα, χωρίς να στεκόμαστε ουσιαστικά σε κανένα".

Με το «ΜΕΤΑΔΡΑΜΑΤΙΚΟ», η Θέκλα Γαΐτη προτείνει μια σκηνική εμπειρία που καθρεφτίζει τον ρυθμό της σύγχρονης ζωής: αποσπασματική, γρήγορη, γεμάτη ερεθίσματα και εσωτερικές ανησυχίες. Μέσα από σαράντα σύντομες σκηνές και την ποιητική φιγούρα μιας κολυμβήτριας που αναζητά τη θάλασσα μέσα στην πόλη, το έργο μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε συλλογικό σχόλιο, καλώντας το κοινό όχι να βρει απαντήσεις, αλλά να βιώσει μια ουσιαστική περιπλάνηση μέσα στο χάος της εποχής μας.

Το «ΜΕΤΑΔΡΑΜΑΤΙΚΟ» αρνείται τη γραμμική αφήγηση και επιλέγει τον κατακερματισμό. Πότε νιώσατε ότι αυτή η αποσπασματική μορφή είναι πιο ειλικρινής από μια ενιαία ιστορία για να μιλήσει για τη σύγχρονη εμπειρία;

Ζούμε μέσα σε μια αδιάκοπη ροή εικόνων και πληροφοριών και η προσοχή μας διαρκώς μετακινείται και διασπάται. Νιώθω πως μια κατακερματισμένη αφήγηση μπορεί να συνομιλήσει με αυτόν τον οικείο ρυθμό και να κρατήσει το κοινό σε εγρήγορση και σύνδεση. Δεν θα έλεγα, όμως, ότι είναι πιο ειλικρινής από μια γραμμική αφήγηση -  ίσως πιο άμεση και αποτελεσματική. Σε καμία περίπτωση δεν τη βλέπω ως μια νέα «κανονικότητα» για το θέατρο. Αν γινόταν αυτό, θα μιλούσαμε απλώς για αναπαραγωγή των ίδιων δυσλειτουργικών δομών που διαμορφώνουν την καθημερινότητά μας. Το θέατρο οφείλει να λειτουργεί ως αντίβαρο — ως ένας τόπος αντίστασης απέναντι σε ό,τι μας διαβρώνει και μας αποδυναμώνει και μία από τις βαθύτερες αποστολές του είναι να καλλιεργεί την προσοχή, να μας εκπαιδεύει στη διάρκεια, τη συγκέντρωση και την ουσιαστική ακρόαση.

Οι 40 σύντομες σκηνές θυμίζουν σκηνικό “ζάπινγκ”. Πόσο συνειδητά συνομιλεί το έργο με τον τρόπο που καταναλώνουμε εικόνες, πληροφορία και χρόνο στην καθημερινότητά μας;

Η δομή του έργου προσομοιάζει την εμπειρία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: το ασταμάτητο scroll που, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, φέρνει μπροστά μας δεκάδες ετερόκλητα ερεθίσματα, χωρίς να στεκόμαστε ουσιαστικά σε κανένα — ερεθίσματα που δεν τα καταναλώνουμε μόνο, αλλά με έναν τρόπο μας καταναλώνουν κι αυτά. Αυτή η συνθήκη μεταφέρεται συνειδητά στη σκηνή. Οι γρήγορες εναλλαγές των 40 σύντομων σκηνών δημιουργούν μια αίσθηση υπερπληθώρας, αντίστοιχη με εκείνη που χαρακτηρίζει την καθημερινότητά μας.

Η φιγούρα της κολυμβήτριας που αναζητά τη θάλασσα μέσα στην πόλη λειτουργεί ως ισχυρή μεταφορά. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς αυτή η αναζήτηση και πώς συνδέεται με την έννοια της ταυτότητας σήμερα;

Η κολυμβήτρια που ψάχνει τη θάλασσα μέσα στην πόλη συμπυκνώνει την αγωνία μου να βρω νόημα μέσα σε μια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που συνεχώς με ματαιώνει.  Μέσα από αυτή τη φιγούρα θέτω στον εαυτό μου και στο κοινό το εξής ερώτημα: πώς προχωράς όταν η ματαίωση γίνεται συλλογικό συναίσθημα, όταν όλα μοιάζουν εκ των προτέρων χαμένα; Η αναζήτηση της θάλασσας συνδέεται έτσι με την αναζήτηση ταυτότητας, με την προσπάθεια να σταθείς όρθια και να ορίσεις ποια είσαι μέσα σε ένα ασταθές και αφιλόξενο τοπίο. Και πιστεύω πως μόνο όταν αυτή η αγωνία μοιράζεται, μπορεί να μετατραπεί από βάρος σε δύναμη — σε μια κοινή ώθηση για να συνεχίσουμε.

Ο χρόνος στο έργο δεν είναι ουδέτερος· πιέζει, διακόπτει, επιβάλλεται. Πώς δουλέψατε σκηνικά αυτή τη βία του χρόνου και τι λέει για τον τρόπο που ζούμε στο αστικό περιβάλλον;

Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ακούγονται οι δείκτες του ρολογιού, μια σκηνική επιλογή που υπογραμμίζει τη βία του χρόνου: το επείγον και το αμετάκλητο. Ο χρόνος σταματά μόνο στη σκηνή του ύπνου, του θανάτου και της βαθιάς οδύνης, όπου το παρόν γίνεται άχρονο. Θεωρητικά, άχρονη είναι και η αγνή χαρά, αλλά μια τέτοια σκηνή απουσιάζει, καθώς, κατά τη γνώμη μου, τόσο η ζωή στην πόλη όσο και οι προσδοκίες και οι συνήθειες που έχουμε αποκτήσει σπάνια την επιτρέπουν.

Στην περφόρμανς συνυπάρχουν χορός, τραγούδι, ποίηση, αυτοσχεδιασμός και ακαδημαϊκός λόγος. Πώς κρατάτε τη συνοχή μέσα σε αυτή την πολυφωνία χωρίς να “εξημερώνεται” η αταξία της;

Στην πραγματικότητα, η συνοχή δεν είναι ο στόχος μου· αντίθετα, επιδιώκω να αναδειχθεί η αταξία των σύντομων σκηνών. Θέλω το κοινό να καταλάβει από νωρίς πως δεν υπάρχει κάτι που πρέπει να “κατανοήσει”, αλλά απλώς να βιώσει τη συναισθηματική εμπειρία κάθε σκηνής, όπως όταν κοιτάζεις έναν πίνακα στο μουσείο: δεν προσπαθείς να “εξημερώσεις” την εικόνα, απλώς την νιώθεις. Στην αθέατη πλευρά της παράστασης, φυσικά, υπάρχει μια εσωτερική δομή και δραματουργική λογική που μου επιτρέπει να οργανώσω τον πολυθραυσματικό κόσμο της παράστασης, αλλά αυτή χρησιμεύει μόνο σε μένα, όχι στο κοινό.

Το ΜΕΤΑΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό. Σε ποιο σημείο η ατομική εμπειρία παύει να είναι ιδιωτική και μετατρέπεται σε συλλογικό σχόλιο;

Πιστεύω πως η ατομική εμπειρία παύει να είναι ιδιωτική όταν ο τρόπος που βιώνουμε κάτι γίνεται αναγνωρίσιμος και σχετίσιμος για τους άλλους. Το προσωπικό γίνεται πολιτικό όταν γίνεται καθρέφτης και προκαλεί διάλογο. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν η προσωπική ιστορία αγγίζει κοινά θέματα, όπως η αγωνία, η χαρά, η απώλεια ή η αναζήτηση νοήματος, και έτσι μετατρέπεται σε συλλογικό σχόλιο για την ανθρώπινη εμπειρία, την κοινωνία ή τις σχέσεις μας.

Το «μεταδραματικό» μιλά για τη ζωή όπως τη βιώνουμε σήμερα: γρήγορη, αποσπασματική, γεμάτη ερεθίσματα, μικρές χαρές και μεγάλες ανησυχίες. Παρουσιάζει απλά και οικεία στιγμιότυπα για να φωτίσει τη διαδρομή από το προσωπικό στο κοινωνικό με όχημα εκείνες τις πλευρές της καθημερινότητας που συχνά περνούν απαρατήρητες, αφήνοντας χώρο στο κοινό να αναγνωρίσει κομμάτια της δικής του ζωής από μία ασφαλή απόσταση και να αναστοχαστεί πάνω σε όσα συνήθως χάνονται μέσα στη δίνη της καθημερινότητας. Δημιουργεί, δηλαδή, έναν χώρο κοινής αναγνώρισης — μια ήρεμη υπενθύμιση ότι το προσωπικό μας βίωμα συνδέεται πάντα με κάτι μεγαλύτερο.

Η παρουσίαση σε κινηματογραφικό χώρο αλλάζει ριζικά τις συνθήκες θέασης. Πώς επηρέασε το Newman Cinema τη σκηνοθετική και σωματική σας προσέγγιση στο έργο;

Η πρόσκληση να παρουσιάσω την παράσταση στο Newman Cinema αποτέλεσε μία σπουδαία δημιουργική πρόκληση που τη αποδέχτηκα με χαρά και τρόμο και για την οποία βιώνω απέραντη ευγνωμοσύνη. (Ευτυχώς, όσο περνάει ο καιρός, η χαρά μένει και ο τρόμος εξασθενεί.) Η νέα χωρική συνθήκη απαιτούσε ουσιαστικές προσαρμογές στην κινησιολογία και στη σκηνοθετική προσέγγιση, καθώς η απόσταση του κοινού και η διάταξη των καθισμάτων αλλάζουν ριζικά τον τρόπο θέασης. Η μεγάλη οθόνη εισάγει μια νέα διάσταση, όπου η προβολή βίντεο μπορεί είτε να ενισχύσει είτε να επισκιάσει τη ζωντανή δράση. Η πρόκληση ήταν να διατηρηθεί ένας συνεχής, παραγωγικός διάλογος ανάμεσα στη ζωντανή παρουσίαση και το κινηματογραφικό μέσο, ώστε η παράσταση να αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του χώρου χωρίς να χάνει την ενέργεια και την αμεσότητα της σκηνής.

Το έργο δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά καλεί το κοινό να χαθεί. Τι σημαίνει για εσάς μια «επιτυχημένη» περιπλάνηση του θεατή μέσα στο χάος του ΜΕΤΑΔΡΑΜΑΤΙΚΟΥ;

Όπως ήδη ανέφερα, δεν περιμένω από το κοινό να «καταλάβει» αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή — δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Η παράσταση δεν προκρίνει ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξουν οι θεατές. Δεν υπάρχει μια ενιαία «αλήθεια» ή ένα σαφές μήνυμα που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί. Ο χαρακτήρας της κολυμβήτριας κινείται μέσα στις σκηνές, θέτοντας ερωτήσεις και ανοίγοντας δυνατότητες αλλά δεν προφέρει απαντήσεις. Για μένα επιτυχία είναι οι θεατές να φύγουν έχοντας βιώσει ένα συναισθηματικό ταξίδι, παίρνοντας μαζί τους μια σπίθα αναγνώρισης, μια καινούργια σκέψη ή ένα άνοιγμα σε μία διαφορετική οπτική.

 Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Χατζηαποστόλου: "Μια ολόκληρη εποχή που εμπεριέχει όλες τις εποχές, ξεδιπλώνεται μέσα στη σκέψη του Μάνου Ελευθερίου, με τον ποιητή να παραμένει πάντα πιστός σε ό,τι θεωρεί ιερό".

Νατάσα Βραχλιώτη: "Το βιβλίο, όπως και κάθε βιβλίο από μόνο του έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει!"

Είδαμε και προτείνουμε: «Το Μεγάλο μας Τσίρκο»: Μια λαϊκή τελετουργία μνήμης στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Ανθή Γουρουντή: "Η εποχή των αντιφάσεων, ο τόπος και χρόνος που ζούμε, κάνει το συγκεκριμένο έργο εξαιρετικά επίκαιρο, παρουσιάζοντας την ανάγκη του ανθρώπου για πνευματική ανάταση και την τάση του για εξέλιξη ακόμα και μέσα από τον θάνατο".

Καλλιέρη Ευδοξία: "Τα παιδιά τείνουν να αποδέχονται τη διαφορετικότητα και αξιολογούν το γεγονός αυτό ανάλογα με την καθοδήγηση των γονιών τους".