Διαβάσαμε και προτείνουμε: ΑΠΑΝΤΑ (ΠΛΗΝ ΠΟΛΛΩΝ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΩΝ)

Ματ Σαμώρ, ΑΠΑΝΤΑ (ΠΛΗΝ ΠΟΛΛΩΝ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΩΝ), εκδόσεις ΤΣΟΤΡΑΣ, Αθήνα 2025, 76 σελ. ISBN 978-618-217-107-3.

Η ποιητική συλλογή «Άπαντα (πλην πολλών εξαιρουμένων)» συνιστά ένα ιδιότυπο και ειλικρινές πρώτο εκδοτικό εγχείρημα, που κινείται στα όρια της εξομολόγησης, της φιλοσοφικής αναζήτησης και της αισθητικής πρόκλησης. Ήδη από τον τίτλο διαφαίνεται μια ειρωνική διάθεση: το «Άπαντα» αναιρείται από την παρένθεση, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για ένα έργο που δεν διεκδικεί πληρό-τητα, αλλά μάλλον αποτυπώνει θραύσματα μιας εσωτερικής διαδρομής. Ο πρόλογος λειτουργεί ως κλειδί ανάγνωσης. Ο δημιουργός δεν κρύβει τις ανασφάλειές του: τον φόβο της ασυνείδητης επιρροής, τη ρευστότητα της ταυτότητας και την πιθανή «σκοτεινότητα» των κειμένων. Αυτή η αυτοσυνείδηση δεν αποδυναμώνει το έργο· αντίθετα, του προσδίδει αυθεντικότη-τα. Η γραφή παρουσιάζεται ως πράξη αυτογνωσίας και ψυχικής εκκαθάρισης — σχεδόν θεραπευτι-κή διαδικασία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η θέση του συγγραφέα απέναντι στη σύγχρονη «ντοπαμι-νογόνα» κοινωνία. Η επιλογή προκλητικών θεμάτων και εκφραστικών μέσων δεν είναι απλώς αι-σθητική, αλλά στρατηγική: μια απόπειρα να διαρραγεί η αδιαφορία του σύγχρονου αναγνώστη και να επανενεργοποιηθεί η πρόσληψη βαθύτερων νοημάτων. Η τριμερής διάρθρωση του βιβλίου —ποιήματα, γνωμικά, μονόλογοι— αποτυπώνει τρεις διαφορε-τικούς τρόπους σκέψης και έκφρασης: Τα Ποιήματα αποτελούν τον πυρήνα της συλλογής. Οι τίτλοι τους προϊδεάζουν για μια θεματολογία σκοτεινή, υπαρξιακή και συχνά κοινωνικά αιχμηρή. Ο δημιουργός φαίνεται να κινείται ανάμεσα σε αντιθέσεις: ζωή–θάνατος, λογική–συναίσθημα, έρωτας–απώλεια. Η γλώσσα, όπως δηλώνεται, επι-διώκει να είναι αιχμηρή και προκλητική, λειτουργώντας ως εργαλείο αφύπνισης. Ήδη από το ποίημα «Η ζωτικότητα του θανάτου», διαφαίνεται η βασική υπαρξιακή ένταση που δια-τρέχει τη συλλογή. Ο ποιητής γράφει: «Όπου υπάρχει ο θάνατος, / υπάρχει κι η ζωή». Η σύλληψη αυτή δεν είναι απλώς φιλοσοφική· αποκτά σχεδόν υλική υπόσταση μέσα από εικόνες όπως «τα λου-λούδια / που πάνω από το μνήμα φυτρώνουν». Η ζωή και ο θάνατος δεν παρουσιάζονται ως αντίθε-τα, αλλά ως αλληλένδετες καταστάσεις, οδηγώντας σε ένα καίριο ερώτημα: «Μήπως / η ζωή χωρίς το θάνατο / θα ήταν ένα αιώνιο / μαρτύριο ανυπαρξίας;» Αυτή η διαλεκτική συνεχίζεται και στη «Φλόγα της ζωής», όπου ο χρόνος αποδίδεται με μεταφορές δάσους και φωτιάς: «Και το παρόν, /μια φλόγα /π’ ακολουθεί /την φλόγα της ζωής». Το παρόν εδώ είναι εύθραυστο, στιγμιαίο, σχεδόν καταναλισκόμενο — μια φλόγα που οδηγείται αναπόφευκτα στην εξασθένηση. Στο «Το πρόσημο», η ανθρώπινη σχέση αποδίδεται με μαθηματική ακρίβεια: «είμαι αρχικά καχύπο-πτος και σκεπτικός, / κι όταν το ποιόν τους βρω, / είτε πλήρως αδιαφορώ / είτε τους αγαπάω». Η α-πλότητα της εικόνας ενισχύει την καθολικότητα της εμπειρίας. Ωστόσο, η συλλογή δεν μένει σε τέ-τοιες ισορροπίες. Στην «Πόρνη», η ερωτική εμπειρία αποδομείται βίαια: «Ήταν όλα μια ψευδαίσθηση» και κορυφώ-νεται σε μια συνειδητοποίηση του κενού πίσω από το επιθυμητό «ιδανικό». Αντίστοιχα, στον «Ερω-τικό ντελουζιοναλισμό», η παρουσία του άλλου γίνεται φαντασιακή: «γεύομαι ένα χάδι, / ένα φιλί / που ’ναι δανεικό / από άλλη εποχή». Ο έρωτας εδώ δεν είναι βίωμα, αλλά ανάμνηση ή ψευδαίσθηση, ενισχύοντας το αίσθημα αποξένωσης. Η αγωνία κορυφώνεται σε ποιήματα όπως «Η τρικυμία», όπου η ψυχή μετατρέπεται σε πλοίο χαμέ-νο: «ένα καράβι / η κούφια μου ψυχή, / που δεν λέει να καταπλεύσει». Η εικόνα είναι χαρακτηριστι-κή της συλλογής: κίνηση χωρίς προορισμό, αναζήτηση χωρίς λύτρωση. Παρόμοια, στο «Το πηγΑΔΗ», ο εγκλωβισμός γίνεται σχεδόν υπαρξιακή συνθήκη: «μόνος μες στη μοναξιά μου / και την έρημη φυλακή μου». Εδώ, η απόδραση δεν είναι βέβαιη· αντίθετα, το ίδιο το πηγάδι κινδυνεύει να μετατραπεί σε «σπίτι». Ένα από τα πιο δυνατά μοτίβα της συλλογής είναι η προσωποποιημένη μοναξιά. Στο ποίημα «Η μο-ναξιά», ο ποιητής γράφει: «Αχ μοναξιά μου, / αιώνιά μου συντροφιά». Η μοναξιά δεν είναι απλώς κατάσταση· είναι σχέση, σχεδόν ερωτική, από την οποία είναι δύσκολο να αποδράσει κανείς. Αυτή η αντιστροφή —η μοναξιά ως οικείο καταφύγιο— αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ψυχολο-γικούς άξονες του έργου. Η φθαρτότητα διατρέχει επίσης τη συλλογή. Στις «Ρυτίδες», ο χρόνος γίνεται ορατός στο σώμα: «κι οι ρυτίδες / στο πρόσωπο / και το κορμί μου / πόσο γρήγορα / φεύγει η ζωή». Παράλληλα, στις «Α-ναμνήσεις», η μνήμη παρουσιάζεται ως κρασί που ωριμάζει ή αλλοιώνεται: «δεν ξέρεις / αν νόστιμο βγει / ή ξύδι / όταν το ξανανοίξεις». Η αβεβαιότητα αυτή ενισχύει την αίσθηση μιας ζωής που δεν μπορεί να αξιολογηθεί παρά μόνο εκ των υστέρων. Το δεύτερο μέρος της συλλογής, τα «Γνωμικά», λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο φιλοσοφικό ημερολόγιο, όπου η σκέψη συμπυκνώνεται σε αιχμηρές, συχνά παραδοξολογικές διατυπώσεις. Αν στο πρώτο μέρος κυριαρχεί η εικόνα και το συναίσθημα, εδώ δεσπόζει η έννοια: η ανάγκη του δημιουργού να ορίσει, να ερμηνεύσει και ενίοτε να αποδομήσει την πραγματικότητα. Ωστόσο, τα γνωμικά δεν στέκονται αποκομμένα από τα ποιήματα· αντίθετα, συνομιλούν άμεσα μαζί τους, λειτουργώντας σαν θεωρητικό υπόστρωμα των ποιητικών εικόνων. Στο κεφάλαιο «Περί κόλασης και παραδείσου», η σκέψη κινείται σε μια αντιστροφή αξιών: «Η κόλαση είναι ο παράδεισος των κολασμένων». Η φράση αυτή συνομιλεί ουσιαστικά με το ποίημα «Η ζωτικότητα του θανάτου», όπου η συνύπαρξη αντιθέτων (ζωή–θάνατος) αναδεικνύεται ως α-ναγκαία συνθήκη ύπαρξης. Όπως εκεί τίθεται το ερώτημα ενός «αιώνιου μαρτυρίου ανυπαρξίας», έτσι κι εδώ η κόλαση παύει να είναι απόλυτα αρνητική και μετατρέπεται σε σχετική εμπειρία. Πα-ράλληλα, η φράση: «Ο παράδεισος γίνεται ακόμα ομορφότερος όταν προτού έχεις περάσει μία βόλ-τα από την κόλαση» αντηχεί την ποιητική εμπειρία της μετάβασης «από τη θλίψη στην ευτυχία», ενισχύοντας την ιδέα ότι το βίωμα του πόνου είναι προϋπόθεση της επίγνωσης. Στα «Περί ψυχής», η ένταση μεταξύ λογικής και συναισθήματος αποκτά θεωρητική μορφή: «Ένα καράβι η ζωή μου, με καπετάνιο τη λογική και πειρατές… τα συναισθήματα». Η εικόνα αυτή επε-κτείνει σχεδόν άμεσα το ποίημα «Η τρικυμία»: «ένα καράβι / η κούφια μου ψυχή». Η ίδια εσωτερι-κή σύγκρουση εμφανίζεται και στο «Λογική & Συναίσθημα», όπου «το συναίσθημα… κινεί» και «η λογική… το τιμόνι κρατεί». Έτσι, τα γνωμικά λειτουργούν σαν αφαιρετική απόδοση των ποιητι-κών εικόνων. Στην ενότητα «Είμαστε άνθρωποι, όχι θεοί», ο τόνος γίνεται πιο απογυμνωμένος: «Θες το σύμπαν και δεν σου ανήκει καλά καλά ο εαυτός σου». Η φράση αυτή συνομιλεί με το ποίημα «Χαμένος στον χρόνο», όπου το υποκείμενο «χάνει το πα-ρόν» και αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Αντίστοιχα, η διαπίστωση: «Δεν με τρομάζει τόσο… η ανυπαρξία μετά το θάνατο όσο η έλλειψη της υπάρξεως κατά τη διάρκεια της ζωής» αντη-χεί έντονα τη θεματική της «Χαμένης μέρας», όπου η αδράνεια ισοδυναμεί με έναν αργό, πρόωρο θάνατο. Στο «Περί σκοπού και στόχου», η σκέψη αποκτά πρακτική διάσταση: «Αν ξέρεις που θες να πας, τίποτα δεν είναι μακριά». Η ιδέα αυτή έρχεται σε αντίστιξη με την ποιητική περιπλάνηση: «η ζωή μου όλη / μεταβάσεις / από προορισμό σε προορισμό» («Η περιπλάνηση»). Παράλληλα, η φράση: «Όσο αποφεύγεις την ανηφόρα, τόσο επιμηκύνεις τη διαδρομή» αντηχεί την αίσθηση της αναβλητι-κότητας, όπως εκφράζεται στο ποίημα «Αναβλητικότητα», όπου η ζωή «γεμίζει χρέη» πριν καν βι-ωθεί. Στο ποίημα «Περί ψευδαισθήσεων», η πραγματικότητα αποδομείται: «Δεν θυμάμαι, όχι γιατί ξέχα-σα αλλά γιατί δεν έζησα». Η φράση αυτή συνομιλεί άμεσα με την αγωνία του «Χαμένου στον χρό-νο», όπου η εμπειρία προσπερνάται χωρίς να βιώνεται. Αντίστοιχα: «Όσο πιο πολύ κοιμάσαι, τόσο πιο πολύ θα ονειρεύεσαι» παραπέμπει στο ποίημα «Το όνειρο», όπου η παθητικότητα ταυτίζεται με έναν ύπνο της συνείδησης.  

Στο «Περί της εποχής μας», η κριτική γίνεται κοινωνική: «Το πρόβλημα δεν είναι η χαμηλή χωρη-τικότητα μνήμης αλλά η μεγάλη ποσότητα πληροφορίας». Η θέση αυτή συνδέεται με το ποίημα «Σύγχρονος Μεσαίωνας», όπου κυριαρχεί η σύγχυση, η απώλεια προσανατολισμού και η βύθιση «μέσα στα σκοτάδια». Η εποχή παρουσιάζεται ως ένας χώρος υπερφόρτωσης που οδηγεί σε πνευμα-τική παράλυση. 

Τέλος, οι «Παραδοξολογίες» και τα «Διάφορα αδιάφορα» αναδεικνύουν μια παιγνιώδη αλλά και βαθιά στοχαστική διάθεση. Φράσεις όπως: «Δεν έχω αυτοεκτίμηση… άρα έχω αυτοεκτίμηση» ή «Αν όλα είναι μάταια, τότε έχουν νόημα τα πράγματα τα οποία είναι λιγότερο μάταια» συνομιλούν με τη γενικότερη υπαρξιακή αμφισημία της συλλογής, όπου καμία έννοια δεν παραμένει σταθερή.

Το τρίτο μέρος της συλλογής, οι «Μονόλογοι», αποτελεί την πιο εξωστρεφή αλλά ταυτόχρονα και την πιο φιλοσοφικά πυκνή ενότητα του έργου. Εδώ, ο εσωτερικός λόγος αποκτά δραματική διάστα-ση: η σκέψη δεν εκφέρεται απλώς, αλλά «παίζεται» μπροστά στον αναγνώστη, σαν να βρίσκεται σε σκηνή. Οι μονόλογοι λειτουργούν ως πεδίο σύγκλισης ποίησης και στοχασμού, μεταφέροντας τις θεματικές των προηγούμενων μερών σε έναν πιο αφηγηματικό και αναλυτικό χώρο. Στον μονόλογο «Ένας εξωγήινος στο σινεμά», η ανθρώπινη ύπαρξη αποστασιοποιείται και μετα-τρέπεται σε θέαμα: «Βλέπω την ανθρωπότητα σαν έναν τραγικό ήρωα…». Η εικόνα αυτή είναι απο-καλυπτική: ο άνθρωπος δεν βιώνει απλώς την τραγωδία του, αλλά γίνεται αντικείμενο παρατήρησης. Η φράση: «εκεί που τελειώνει η περιέργεια τελειώνει και η αναζήτηση» συνοψίζει μια από τις βασι-κές αγωνίες της συλλογής — την απώλεια του θαυμασμού, που είχε ήδη επισημανθεί και στα γνωμι-κά περί εποχής. Εδώ, όμως, αποκτά δραματική μορφή: η ανθρωπότητα αυτοπαρακολουθείται, ενώ ταυτόχρονα αυτοκαταστρέφεται. Στην «Ακούσια αυτοκτονία ενός ριψοκίνδυνου», ο μονόλογος εξελίσσεται ως φιλοσοφική διερεύ-νηση της σχέσης ζωής και κινδύνου: «Όλοι γεννιόμαστε για να πεθάνουμε». Η κοινοτοπία της φρά-σης ανατρέπεται μέσα από ερωτήματα: «Πως γίνεται οι πιο ριψοκίνδυνοι να έχουν τέτοια αγάπη για τη ζωή;». Η ένταση ανάμεσα στην ηδονή και την οδύνη —που ήδη είχε εμφανιστεί ποιητικά— εδώ αναλύεται σχεδόν ψυχαναλυτικά. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως ον που φλερτάρει με την κατα-στροφή για να νιώσει ζωντανός, οδηγούμενος από μια αδυναμία προσαρμογής στη «ρουτίνα». Στο «Cogito ergo sum», ο στοχασμός κορυφώνεται: «Κάποιοι υπάρχουν χωρίς να σκέφτονται και κάποιοι σκέφτονται χωρίς να υπάρχουν». Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια βασική υπαρξιακή αντί-φαση. Ο μονόλογος θέτει καίρια ερωτήματα: «Άραγε η σκέψη οδηγεί στη θλίψη; Ή η θλίψη οδηγεί στη σκέψη;» Η προβληματική αυτή συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη ατμόσφαιρα της συλλογής: η επίγνωση δεν λυτρώνει απαραίτητα, αλλά συχνά βαραίνει το υποκείμενο. Παράλληλα, αναδεικνύε-ται η αλληλεξάρτηση σκέψης και ύπαρξης — μια ιδέα που διαπερνά τόσο τα ποιήματα όσο και τα γνωμικά. Στο «Σύνδρομο της Στοκχόλμης», ο λόγος γίνεται κοινωνικός και ψυχολογικός: «Είμαστε θύματα και θύτες μαζί». Η διαπίστωση αυτή αποκαλύπτει μια βαθιά αντίφαση: ο άνθρωπος επιδιώκει την ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα φυλακίζει τον εαυτό του και τους άλλους. Η φράση: «Η δουλεία δεν έχει καταργηθεί, απλώς κυκλοφορεί με πιο υποχθόνιες μορφές» λειτουργεί ως αιχμηρό σχόλιο για τη σύγχρονη κοινωνία, επεκτείνοντας τη θεματική του «Σύγχρονου Μεσαίωνα». Στον «Υπαρξιακό Παραλογισμό», η σκέψη αποκτά σχεδόν μεταφυσική διάσταση: «προσπαθώ να βρω την Αριάδνη μέσα στο λαβύρινθο». Η εικόνα αυτή συνοψίζει την ανθρώπινη αναζήτηση νοήμα-τος. Ο μονόλογος κορυφώνεται σε μια έντονα βιωματική στιγμή: «Θα είμαι μέσα… και θα συνεχί-ζουν χωρίς εμένα;». Εδώ, ο φόβος του θανάτου δεν είναι απλώς φόβος ανυπαρξίας, αλλά φόβος α-πουσίας από τη συνέχεια της ζωής. Η ειρωνική αναφορά στον Σωκράτη υπονομεύει κάθε βεβαιότη-τα: η σοφία ίσως να μην είναι τίποτα περισσότερο από επίγνωση της άγνοιας. Στη «Συνεχόμενη πρέσα», ο μονόλογος στρέφεται στην έννοια της ελευθερίας: «δεν θα πάρω έτοι-μα δρομολόγια». Η άρνηση της προκαθορισμένης πορείας συνοδεύεται όμως από μια ειρωνική αυ-τοπαρατήρηση: «κάνω πολύ καλό σημειωτόν». Η αντίφαση αυτή αποκαλύπτει την ψευδαίσθηση της ατομικότητας μέσα σε ένα σύστημα που τελικά καθοδηγεί όλους. Η ελευθερία παρουσιάζεται ως επιθυμία, αλλά και ως αυταπάτη. Στις «Σκέψεις από τον στρατό», η εμπειρία της καθημερινότητας αποκτά φιλοσοφικό βάθος: «αυτό είναι η ζωή, να είσαι εστιασμένος… και να μην εστιάζεις που φεύγει ο χρόνος». Η ρουτίνα εδώ λει-τουργεί διττά: ως νόημα αλλά και ως απόκρυψη της ματαιότητας. Το ερώτημα: «η ματαιότητα είναι προϊόν της αδράνειας;» παραμένει αναπάντητο, ενισχύοντας την αίσθηση ενός ατέρμονου στοχα-σμού. Τέλος, στην «Αποπροσωποποίηση», ο μονόλογος αποκτά έντονα υπαρξιακό και σχεδόν ποιητικό χαρακτήρα: «μένω σ’ ένα δωμάτιο… μέσα στη φυλακή του μυαλού μου». Η εικόνα του εαυτού ως φυλακισμένου επαναφέρει μοτίβα από το «πηγΑΔΗ» και τη «μοναξιά». Η εσωτερική φωνή που ψι-θυρίζει «Εγώ» υποδηλώνει τη διάσπαση της ταυτότητας, ενώ το σκοτάδι που καθιστά το φως ανυ-πόφορο συμβολίζει την εξοικείωση με την αποξένωση. Εν κατακλείδι, η συλλογή διαπνέεται από έντονο υπαρξιακό στοχασμό. Θέματα όπως η μοναξιά, ο θάνατος, η ταυτότητα, η κοινωνική αλλοτρίωση και η αγάπη εμφανίζονται επανειλημμένα, συχνά με μια σκοτεινή ή πεσιμιστική χροιά. Ωστόσο, αυτή η «μακαβριότητα» δεν λειτουργεί αποτρεπτικά· αντίθετα, ενισχύει την αίσθηση ειλικρινούς αναμέτρησης με το ανθρώπινο βίωμα. Η χρήση προκλη-τικής θεματολογίας και λεξιλογίου αποτελεί συνειδητή επιλογή. Σε ορισμένα σημεία ενδέχεται να φανεί υπερβολική ή να επισκιάσει τη λεπτότητα της ποιητικής έκφρασης, όμως ταυτόχρονα υπηρετεί τον βασικό στόχο: την αφύπνιση. Το «Άπαντα (πλην πολλών εξαιρουμένων)» δεν είναι μια «ώριμη» ή τελειοποιημένη συλλογή με την κλασική έννοια — και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο προτέρημά του. Πρόκειται για ένα έργο σε εξέλιξη, ένα ανοιχτό ημερολόγιο σκέψης και συναισθήματος. Η αξία του έγκειται στην ειλικρίνεια, την τόλμη και την πρόθεση για ουσιαστική επικοινωνία. Ο δημιουργός δείχνει σαφείς επιρροές από φιλοσοφικό και υπαρξιακό λόγο, αλλά κυρίως διαμορ-φώνει μια προσωπική φωνή που αναζητά ακόμη τη μορφή της. Αν συνεχίσει να καλλιεργεί τη γλωσσική του ακρίβεια και να ισορροπεί ανάμεσα στην πρόκληση και τη σύνθεση, έχει τη δυνατό-τητα να εξελιχθεί σε έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα σύγχρονο ποιητικό λόγο. Συνολικά, πρόκειται για μια συλλογή που δεν επιδιώκει να καθησυχάσει τον αναγνώστη, αλλά να τον ταράξει — και σε αυ-τό, πετυχαίνει.

Μαρία Κουμαριανού

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελένη Καραμπάτσου: "Η καλλιέργεια αρετών στα παιδιά είναι θεμέλιο για να εξελιχθούν σε ισορροπημένους και υπεύθυνους ανθρώπους".

Είδαμε και προτείνουμε: «Εσύ κι εγώ και ο Φεϊντώ» της θεατρικής ομάδας Αντικλείδι στο Μικρό Κεραμεικό

LIVE | Rebe(l)Tango: Ρεμπέτικο & Tango: Δρόμοι Παράλληλοι

Είδαμε και προτείνουμε: Επικίνδυνος Οίκτος του Stefan Zweig στο Θέατρο Χώρος

Δώρα Ανδρεαδάκη: "Για τα παιδιά είναι πολύ σημαντικό να μάθουν να αγαπούν τη διαδικασία και όχι μόνο το αποτέλεσμα".

Είδαμε και προτείνουμε: «Η Ανάστασις» του Λέοντος Τολστόι στο ΘΕΑΤΡΟ NOŪS